Έξι φωνές για τον Αντρέα

 2015-font-b-Nouveau-b-font-font-b-Arts-b-font-Bronzes-Antique-Statue-Abstract-Face

η Ζωή

 

Άσε και ένα χιλιάρικο στο κομοδίνο πριν φύγεις του είπα ειρωνικά την ώρα που έβαζε το παντελόνι του. Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε μ’ απορία σαν να μην καταλάβαινε. Δεν είπε τίποτα. Κάθισε στο κρεβάτι και έσκυψε να βάλει τις κάλτσες του. Το είχα βγάλει το μαχαίρι και ήμουν αποφασισμένη να το μπήξω βαθιά, μέχρι το κόκαλο. Τι νομίζεις πως είμαι; Η πουτάνα σου; Έρχεσαι δυο τρεις φορές την εβδομάδα μες στ’ άγρια μεσάνυχτα με πηδάς και φεύγεις κι ούτε καν… Πήρα ν’ αραδιάζω όλες τις ντροπές του, να ρίχνω αλάτι στην πληγή που ήλπιζα πως του είχα ανοίξει μ’ εκείνο το χιλιάρικο. Να πονέσει, να πονέσει ο πούστης, γιατί τον μισούσα, τον μισούσα μέχρι θανάτου και θα τον σκότωνα, μα την Παναγία θα τον σκότωνα, αν δεν τον είχα αγαπήσει τόσο πολύ, θα τον σκότωνα. Τον πρωτοείδα σε μία κατάληψη ν’ αγορεύει στο αμφιθέατρο, ψηλός, γεροδεμένος, όμορφος, με μαλλιά κατάξανθα, φωνή σεντόρια, δυνατή, παθιασμένη, δύο χρόνια στη σχολή δεν τον είχα ξαναδεί μέχρι τότε, από που μας ξεφύτρωσε αυτός αναρωτήθηκα. Ρώτησα κι έμαθα, Αντρέας το όνομά του, τελειόφοιτος, αλλά χρωστάει του κόσμου τα μαθήματα και μακριά απ’ αυτόν, αλλάζει τις γκόμενες σαν τα πουκάμισα, μου τα ’πε η Ελένη που καθόταν δίπλα μου, αλλά δεν την άκουσα. Πλησίασα στα μπροστινά έδρανα, καμώθηκα πως ήθελα να ρωτήσω κάτι έναν συμφοιτητή μου και στήθηκα μπροστά του. Τα μάτια του ήταν γαλανά σαν της θάλασσας, κάποια στιγμή τα έριξε επάνω μου και άναψα σαν κάρβουνο που το φύξησαν και κόρωσε. Μέχρι να τελειώσει η ομιλία του με κοίταξε άλλες δυο τρεις φορές και ύστερα πήγε και ανακατώθηκε με τους άλλους, πίσω, στα ψηλά, με τους μαοϊκούς. Εκείνο το βράδυ έμεινα στην κατάληψη, για πρώτη φορά από τότε που άρχισε το νταβαντούρι, όχι πως σκιαζόμουνα τους ασφαλίτες, ούτως ή άλλως σταμπαρισμένη με είχανε από τα γεννοφάσκια μου, βλέπεις ήμουνα κόρη κομμουνιστή με δράση στον εμφύλιο, αλλά να έμενα μόνη μου στη σχολή με τόσους άνδρες, καμιά δεκαριά ήμασταν όλες όλες οι γυναίκες κι από αυτές καμιά δεν έμενε τα βράδια, δεν μου καθόταν και πολύ. Όχι πως ήμουνα καμιά μυξοπαρθένα, καμιά φοβισμένη. Από δύο χρονών σαν αντράκι με μεγάλωσε ο πατέρας, τη μάνα μου τη χάσαμε το ’55, δεν άντεξε άλλο, από τη μια η φτώχεια, από την άλλη η γρίπη, μας αποδεκάτισαν, έλεγε ο πατέρας και έριχνε γαμοσταβρίδια κάθε φορά που πήγαινε η κουβέντα στην Μαριάνθη του. Δέκα χρόνια και βάλε, να να σπάσεις, να να βελονιάσεις τα καπνά, να να φτυαρίσεις, να να αρμέξεις τα ζώα στο στάβλο, και να έχεις και τον συχωρεμένο, πρωί μεσημέρι βράδυ, να σου λέει, κυμπάρισσα, να λεν, η κόρη του καπετάν Στέλιου είναι κυμπάρισσα, αυτό με νοιάζει πιο πολύ και από τα γράμματα και από όλα. Κυμπάρισσα! Άρε πατέρα! Σου βγάλανε το λάδι, σε στραγγίξανε, σε ρούφηξαν μέχρι το μεδούλι γιατί τόλμησες και έμεινες στον τόπο σου και δεν δέχτηκες να φύγεις μαζί με τους άλλους, σαν ζώο κυνηγημένο, και εσύ εκεί, κυμπάρης. Όχι σαν τον άλλο τον όμορφο, τον μαοϊκό, τον ξανθό, τον γαλανομάτη, τον Αντρέα που κανείς ποτέ δεν τον κυνήγησε, που τίποτα ποτέ δεν του έλειψε και αυτός πήρε τα ιμάτια του και εξαφανίστηκε σαν την άδικη κατάρα.

 

 

ο γέρος

 

Την κατάρα μου να έχεις, φεύγα από εδώ και μην ξαναπατήσεις το ποδάρι σου αν δεν γυρίσεις σπίτι σου και δεν ζητήσεις συγνώμη της κοπέλας. Κρίμα στο μπόι σου και στη λεβεντιά σου, κρίμα στους κόπους μας που κάναμε και εγώ και η μάνα σου για να σε μεγαλώσουμε. Του είπα κι άλλα, λόγια σκληρά, λόγια πατέρα που έχει πληγωθεί, πήγα και την άλλη μέρα το πρωί και άλλαξα και τη διαθήκη. Ευτυχώς γιατί κάτι να πάθαινα θα τα ξεκοκάλιζε όλα, ότι είχε στο όνομά του, όλα τα πούλησε, ένα σπίτι στο κέντρο, το αμάξι που του κάναμε δώρο όταν πέρασε στο πολυτεχνείο, ένα οικόπεδο που του είχε γράψει ο πατέρας μου όταν πέθανε, και μαζί μ’ αυτά ξεπούλησε και την οικογένεια, και την αξιοπρέπεια μας, όλα, και έφαγε μαζί και την έρμη τη μάνα του. Απ’ την ντροπή της δυο χρόνια δεν έβγαινε απ’ το σπίτι, στα τρία πέθανε από τον καημό της και εκείνη εκεί ακόμη και μέχρι τα τελευταία της μου ζήταγε να τον συγχωρέσω, να τον παρακαλέσω να γυρίσει πίσω. Να παρακαλέσω εγώ αυτόν που είχε το θράσος να σηκώσει χέρι πάνω μου, να με χτυπήσει και να με πει φασίστα, φασίστα εμένα, που πολέμησα δύο χρόνια το φασισμό στην Αλβανία μέσα στα χιόνια και στις κακουχίες. Αυτός δεν ήταν παιδί μου, δεν μπορεί να ήταν παιδί μου.

 

 

η αδερφή

 

Απόλυτος, απότομος, αυταρχικός, εγωιστής, μία η αλήθεια, η δική του. Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε και ακόμα τα ίδια λέει. Αλλάζει ο λύκος; Αν δεν τον ζόριζε τόσο πολύ αυτός δεν θα έφτανε στ’ άκρα ο Αντρέας. Πέντε έξι φορές που ειδωθήκανε τα τρία πρώτα χρόνια, με τα παρακάλια της μάνας μου κάθε φορά, στα ίδια καταλήγανε. Σαν ηφαίστειο που σιγόβραζε στην αρχή ο γέρος καμωνότανε τον αδιάφορο, τον ήρεμο, εγώ όμως το έβλεπα, περίμενε να βρει την ευκαιρία να του ρίξει τη χολή του, να τον προσβάλει, να τον συμβουλεύσει, ν’ απαιτήσει, λες και ο αδερφός μου ήτανε ακόμα κανένα μικρό παιδί. Άμα δεν την ήθελες να μην την έπαιρνες, την πήρες, τώρα να τη λουστείς, και να τις κόψεις τις κραιπάλες και τις ακολασίες, μη νομίζεις ότι δεν τα μαθαίνουμε, μικρή είναι η πόλη, όλο και κάποιος σε βλέπει. Ανέβαινε, ανέβαινε το αίμα του Αντρέα στο κεφάλι του, δεν χώραγε άλλο, έψαχνε τρόπο να βγει, ξεπηδούσανε τότε, λόγια και προσβολές από το στόμα του, δεν τον πήγαινε που δεν τον πήγαινε με τίποτα το γέρο, από μικρός τον μισούσε, μέρα δεν περνούσε που να μην τσακωθούν, τον ερέθιζε και με τις απειλές του, θα σ’ αποκληρώσω, θα σε…, και τους διδακτισμούς του, έτσι νομίζεις είναι ο άνθρωπος, η κοινωνία, ο Θεός, τον έσκαγε τον Αντρέα, τον έφερνε στο αμήν, παράταγε τα πιρούνια και τα μαχαίρια, του πέταγε στα μούτρα, άντε να τα πεις αυτά στους φίλους σου τους φασίστες, βρόνταγε την πόρτα και έφευγε, αφήνοντας τη μάνα μου να κλαίει στις σκάλες. Την πέθανες και αυτή του είπε την τελευταία φορά που ειδωθήκανε, στην κηδεία της ήτανε, αυτό ήτανε, ξεχείλισε που λένε το ποτάμι, άστραψε το μάτι του, αγρίεψε η φάτσα του, ποιος είδε άνθρωπο να κάνει έτσι και δεν φοβήθηκε, σαν τρελός έκανε, τα ρήμαξε όλα, το σκρίνιο, τις καρέκλες, το σαλόνι ολόκληρο, τα έσπασε ένα, ένα, και κραύγαζε, φύγε, φύγε, ρε, θα σε σκοτώσω, θα σε σκοτώσω, φύγε. Μείναμε όλοι κοκαλωμένοι να παρακολουθούμε την καταστροφή, συγγενείς, φίλοι, καμιά δεκαπενταριά ήμασταν, ήτανε και η Ζωή, η γυναίκα του εκεί, ούτε που τον πλησίασε, χώθηκε σε μια γωνιά και έκλαιγε, πρώτη φορά την είδα να κλαίει, τόσα είχε περάσει και περάσει εκείνα τα δύο χρόνια, ούτε ένα δάκρυ δεν την είδα να χύνει, όμως εκείνη την ώρα λύγισε στα γόνατά της και έκλαψε. Πήγε ο γέρος να τον κρατήσει, του έδωσε μια γροθιά κι αν δεν έπεφτε κάτω αναίσθητος είμαι σίγουρη πως θα τον σκότωνε. Δεν ξαναπάτησε, από τότε στο σπίτι, πάνε είκοσι χρόνια τώρα, ζούμε, πεθάναμε, ούτε που τον νοιάζει. Πόσες φορές δεν προσπάθησα να τον δω, να του μιλήσω. Τίποτα. Πως χάθηκε έτσι η αγάπη, βρε αδερφέ; τον ρώτησα την τελευταία φορά που τον είδα. Ψάξε να τη βρεις στη διαθήκη του γέρου, μου είπε, με κατηγορούσε που ο πατέρας τα έγραψε όλα στ’ όνομά μου. Δεν έφταιγα εγώ, δεν του το ζήτησα ποτέ εγώ, και όσες φορές επιχείρησα να τον μεταπείσω, ο γέρος ήταν ανένδοτος κι όμως με κατηγόρησε εμένα, εμένα που από μικρό τον είχα στα πούπουλα, να μην του λείψει τίποτα, που τον είχα πιο πάνω κι απ’ τον άντρα μου.

 

 

ο Παύλος

 

Θυμάμαι για μια βδομάδα που ο Αντρέας ήταν άφαντος Ήταν τότε με τις καταλήψεις του Πολυτεχνείου. Εμφανίστηκε εντέλει, ένα πρωινό από το σπίτι μου. Τον κατάλαβα αμέσως, κομμένος, χλωμός. Λέγε. Που να στα λέω, ρε Παύλο, τα έφτιαξα με μια μικρή από τη σχολή, αγρίμι σκέτο, και κούκλα, και ταιριάζουν και τα χνώτα μας, το κατάλαβα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα, είναι η γλώσσα των σωμάτων βλέπεις, κι άρχισε να μου λέει τα ανατολίτικά του. Σε ποιον τα λες αυτά ρε; του λέω, τι νομίζεις πως είμαι καμιά από τις μικρές που ξελογιάζεις με τις φιλοσοφίες σου. Τα πίστευε αυτά ο Αντρέας, τα Ζεν τα Μεν, και σ’ όλες στην αρχή τα ίδια έλεγε, και όλες τσιμπούσανε. Είχε μία άλλη γκόμενα τότε, παντρεμένη, την Τζίνα, πήγε για να του κάνει τα δόντια και αθεόφοβος τα έφτιαξε μαζί της. Ρε Παύλο, άκουγα που λέγανε η γριά η κότα έχει το ζουμί, και δεν το πίστευα, πείνα να δεις η σαραντάρα, μου έλεγε. Με το που γνώρισε όμως τη Ζωή σε κανά δυο βδομάδες το πολύ την έκανε πέρα, καμία σχέση με τη Ζωή, μου είπε και το γύρισε στα σεξουαλικά. Δεν τον πίστεψα, δεν ήταν μόνο αυτό, την είχε δαγκάσει τη λαμαρίνα. Η αλήθεια ήταν πως η Ζωή ήταν νταρντανογυναίκα, με κάτι βυζιά μέχρι εδώ, μελαχρινή, με βλέμμα τσακίρικο, ατίθαση, τι ατίθαση άγρια σαν ζώο, χωριάτισσα, χωρίς τρόπους, απότομη και ήταν και παρθένα. Δεν ξέρω τι από όλα αυτά του έκατσε του Αντρέα, αλλά για ένα χρόνο σχεδόν χάθηκε από προσώπου γης, ούτε για χαρτί στου Τζώρτζη που το στήναμε κάθε Τρίτη, δεν ερχότανε. Ολημερίς και ολοβραδίς, εκεί, με τη Ζωή, κλεινόντουσαν στο δωματιάκι της, νοίκιαζε ένα δωμάτιο σε μια ρημαγμένη μονοκατοικία στην Επτάλοφο, πίσω απ’ το σταθμό των τρένων και άνθρωπο δεν βλέπανε. Άμα καμιά φορά τύχαινε ν’ ανέβει η Ζωή στο χωριό της τότε μόνο μας έψαχνε, διαβάζω, έλεγε, και κανείς δεν τον πίστευε, τι διαβάζεις ρε, τα μάτια σας βγάζατε, όχι ρε αλήθεια σας λέω, διαβάζω, λέω να τελειώσω, επέμενε.  Αλήθεια έλεγε, μέσα στον χρόνο πήρε πτυχίο, πήγε και στρατό, φαινόταν πως σιγά σιγά τον έστρωνε η Ζωή, εγώ, όμως, το ήξερα, πως δεν θα κράταγε πολύ,  δεν ήταν τέτοιος τύπος ο Αντρέας, ήθελε πάθος στη ζωή του, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτό, τον ήξερα εγώ από μικρό, και τόσο που κράτησε πολύ ήταν. Το κατάλαβα όταν με πήρε τηλέφωνο, Χριστούγεννα ήτανε, σε έξι μήνες απολυότανε, και με ρώτησε αν έχουμε κανένα καλό καρέ. Έχασε εκείνη την μέρα, έχασε πολλά, δεν τον ένοιαζε, πήγαμε και στα μπουζούκια μετά, μου έλειψες ρε, μου είπε κάποια στιγμή και με φίλησε. Είχε κρυώσει το πράγμα. Και πάνω που κρύωνε και είχε αρχίσει και τα νταλαβέρια ο Αντρέας με μια καραβανού, μπουκιά και συχώριο, η Ζωή έμεινε έγκυος. Του το είχα πει εγώ, μην την παίρνεις, πάνε την σ’ ένα γιατρό, δεν μ’ άκουσε.

 

 

η Φωτεινή

 

Της το είχα πει εγώ, ρίξ’ το, δεν θα είσαι η πρώτη, ούτε η τελευταία, δεν είναι δα και κανένα κρίμα, ούτε καν θρήσκα δεν είσαι. Δεν είναι θέμα θρησκείας, είναι ότι το θέλω, ρε Ελένη, το θέλω το παιδί, και θα το κρατήσω, μου είπε, και ακτινοβολούσε το πρόσωπό της, έλαμπαν τα μάτια της, την είχε ομορφύνει η εγκυμοσύνη, την είχε ομορφύνει πολύ. Ο Αντρέας δεν το ήθελε το παιδί, της το είπε απ’ την αρχή, ρε Ζωή, σ’ αγαπάω, σε λατρεύω, αλλά δεν είμαι τώρα για παντρειές. Κάτι ήξερε και τα έλεγε ο Αντρέας, όμως η Ζωή ούτε κουβέντα ν’ ακούσει δεν ήθελε, κάνε ότι θες εσύ, εγώ το παιδί θα το κρατήσω. Μέσα σε τρεις μήνες παντρευτήκανε, φαντάρος ήτανε ακόμα αυτός, εκείνη στον έκτο, με το που γεννήθηκε η μικρή απολύθηκε κι ο Αντρέας, του ανοίξανε οι δικοί του ένα γραφείο στο κέντρο, μοντέρνο, λουσάτο, είχανε και γνωριμίες οι Καϊκτσήδες, δουλειές με φούντες ο Αντρέας, μόνο που όσο περνούσε ο καιρός όλο και αραίωνε από το σπίτι και από τη Ζωή. Δεν είχανε χρόνο παντρεμένοι που της ανήγγειλε, πως από εδώ και πέρα θα κοιμάται στο γραφείο, πως θέλει την ελευθερία του, πως δεν ήτανε αυτός για γάμο και της το είχε πει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θ’ αλλάξει και η σχέση τους, και άλλες τέτοιες μαλακίες, και η άλλη, η φίλη μου, η Ζωή, από περηφάνια, από αγάπη, ποιος ξέρει από τι, δέχτηκε. Η αλήθεια είναι πως όλη την πόλη να έψαχνες ναι μεν χειρότερο σύζυγο από τον Αντρέα δεν πρόκειται να έβρισκες, αλλά για άντρα δεν το συζητάμε, ήταν ωραίος άντρας ο Αντρέας, αρχοντάνθρωπος, κουβαρντάς, γλεντζές, πλακατζής και ερωτιάρης, με τρελαίνει Ελένη, είναι απίστευτο, μου κλείνει το στόμα με το χέρι του γιατί αν μ’ αφήσει θα ξεσηκώσω τη γειτονιά με τις φωνές, μου έλεγε η Ζωή και έσκαγε στα γέλια. Τι να τα κάνεις όμως όλα αυτά, μωρή, δεν βλέπεις πως μόλις είδε τα δύσκολα την έκανε; της έλεγα, αλλά αυτή τίποτα, εκεί τον ανεχόταν, τον αγαπάω, μου έλεγε, τι να κάνω, θα έρθει κάποια στιγμή στα συγκαλά του και θα γυρίσει, θα δεις. Έξι μήνες κράτησε αυτή η ιστορία, ώσπου μια μέρα την βρήκα μέσα στα δάκρυα, αυτή που μέχρι τότε ήτανε βράχος, είχε σπάσει, έρχεται μέρα παρά μέρα, μία, δύο, τρεις η ώρα, μέρα παρά μέρα σχεδόν, μιλάμε, κάνουμε έρωτα και φεύγει, και πάει ένας μήνας τώρα που δεν ανοίγει την πόρτα να δει το μωρό ρε, το καταλαβαίνεις, δεν του κάνει περιέργεια να δει πως είναι, μου είπε μέσα από τους λυγμούς και τα’ αναφιλητά, δεν ανοίγει την πόρτα να δει αν μεγάλωσε η κόρη του, ρε, έχει ένα μήνα να τη ανοίξει τη ρημάδα την πόρτα, όλα τα δέχτηκα, αλλά αυτό δεν το δέχομαι, δεν είμαι η πουτάνα του, θα τον διώξω, τον πούστη, δεν είναι άνθρωπος αυτός.

woman-with-shoppingsmall

 

η Ζωίτσα

 

Πως να το κρατήσω μωρέ, πως να το αγαπήσω, πως να γίνω μάνα, να πάρω ευθύνη, γιατί τι άλλο είναι η αγάπη από ευθύνη, και που την έμαθα την ευθύνη εγώ ρε μάνα, από εσένα ή από τον άλλο, περηφάνια και μαλακίες εσύ, ελευθερίες και κουραφέξαλα ο άλλος, να τις χέσω τις αξίες σας, να τις χέσω, ρε, και τις αξίες σας και τις σημαίες σας, θα το ρίξω το μωρό, ρε μάνα, μ’ ακούς, θα το ρίξω, γιατί αυτή η ιστορία με το χιλιάρικο με πνίγει, με στραγγαλίζει και εμένα και το μωρό που κουβαλάω στα σπλάχνα μου, από τα δεκαοχτώ μου με συνθλίβει, με εξαφανίζει, δεν μ’ αφήνει ν’ αγαπήσω και ν’ αγαπηθώ, ενηλικιώθηκες πλέον μου είπες τότε και πρέπει να ξέρεις, τι να ξέρω ρε μάνα, δεν θέλω να ξέρω, δεν την θέλω τέτοια ιστορία, τι να την κάνω τέτοια ιστορία, που να την βάλω, όπου κι αν την βάλω πουθενά δεν χωράει, που μακάρι να μην έσωνε ποτέ να την μάθαινα, πιο καλά που δεν ήξερα, πιο καλά που δεκαεφτά χρόνια δυο γυναίκες στο ίδιο σπίτι δεν μου είχες πει κακή κουβέντα για αυτόν, μας άφησε, έλεγες μόνο, κι όταν ρώταγα γιατί, γιατί δεν ήθελε τον γάμο, αυτό είναι όλο, και όταν ξαναρώταγα γιατί ήταν ανάγκη να φύγει στο εξωτερικό, γιατί εκεί βρήκε δουλειά μου έλεγες, δεν πειράζει, καλά είμαστε και οι δυο μας, τι κι αν την περνάμε τρεις και εξήντα, τίποτα δεν μας λείπει, και τα παιχνίδια σου έχεις, και τις διακοπές σου, και τα ιδιαίτερά σου, και τα λούσα σου, α, ίδια ο πατέρας σου είσαι, μου έλεγες κάθε που ζήταγα και κάτι καινούργιο, α ρε μάνα, τι μαρτύριο κι αυτό να βλέπεις κάθε μέρα στο πρόσωπό μου την αιτία της καταστροφής σου, γιατί μπορεί να μην το παραδέχτηκες ποτέ, δόξα το Θεό, έλεγες, άκου το Θεό, εσύ η κομουνίστρια, μια χαρά τα καταφέραμε και μόνες μας μέχρι τώρα, άκου μια χαρά, είκοσι χρόνια δίχως άντρα γίνεται να είναι όλα μια χαρά, γιατί εγώ αρσενικό στο σπίτι μας να πατάει δεν είδα, εξόν από τους δυο παππούδες και τον αδερφό σου τον Σταμάτη, και παραέξω όμως δεν νομίζω να έκανες ποτέ τίποτα, κι ας ήσουν σαν τα κρύα τα νερά, κι ας σε περιτριγύριζαν χίλιοι δυο εκεί στην Πολεοδομία που δούλευες, περιμένει ακόμα τον πρίγκιπα μου έλεγε η Ελένη, η συναδέλφισσά σου, όσο αυτός δεν παντρεύεται αυτή θα περιμένει, μωρή στο τέλος θα μείνεις σαν την καλαμιά στον κάμπο, σου έλεγε, ας μείνω, τι λες μωρέ που θα βάλω άντρα μες στο σπίτι μου, τώρα που η Ζωίτσα μου γίνεται κοπέλα, η Ζωίτσα το ένα, η Ζωίτσα το άλλο, μου έδωσες και τ’ όνομά σου, όμως δεν με ρώτησες ρε μάνα, ήθελα να γίνω εγώ η σημαία σου, ο σκοπός της ζωής σου, με ρώτησες πως είναι να μεγαλώνεις χωρίς πατέρα, ποιος ήτανε μια χαρά, επειδή δεν μιλούσα, επειδή δεν μ’ έβλεπες να κλαίω, όλα αυτά τα χρόνια, έκλαιγα, έκλαιγα από μέσα μου, και απ’ το κλάμα, το κλάμα, γαμώτο το κλάμα, κι από το κλάμα, δεν ξέρω, δεν ξέρω τι έπαθα, δεν ξέρω τι μου φταίει, αυτός μου φταίει, εσύ μου φταις, το παιδί, το παιδί μου φταίει, όλα μου φταίνε, ω Θεέ μου, ήμαρτον Θεέ μου, δεν το αντέχω άλλο, Ζωίτσα, Ζωίτσα, ψυχή μου, Ζωίτσα, Ζωίτσα, αγάπη μου…

 Το διήγημα γράφτηκε το 2002 και πήρε το Α΄ βραβείο στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό “Ζώγια”

2015-Nouveau-Art-Bronzes-Antique-Statue-Abstract-Human-Face-Thinking-Bronze-sculpture-New-Item-Modern-Home