H “Βγερού γλυκά φανού” ανάμεσα στην επιβίωση και στη χαρμολύπη

του Γ. Καλογερά*

Ο Γιώργος Καλογεράς είναι καθηγητής Αμερικάνικης Λογοτεχνίας και πρόεδρος του Τμήματος της Αγγλικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ

Αυτό που ονομάστηκε ο μακρύς 19ος αιώνας αρχίζει με τη Γαλλική Επανάσταση το 1789 και τελειώνει με το ξεκίνημα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Είναι η εποχή που οι υπήκοοι του Βασιλιά γίνονται πολίτες κράτους με δικαιώματα και υποχρεώσεις, η εποχή της εμφάνισης του ρομαντισμού, των εθνικών επαναστάσεων, της βαθμιαίας διάλυσης των Αυτοκρατοριών και ολοκληρώνεται με το τέλος των ψευδαισθήσεων στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ο 19ος αιώνας σηματοδοτεί μια στροφή αναφορικά με τη γυναικεία ταυτότητα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τόσο στο ξεκίνημά του όσο και στη δύση του οι ιστορίες των γυναικών χριστιανών και μουσουλμάνων υφίστανται μια ριζοσπαστική μεταμόρφωση. Ας μη ξεχνάμε ότι ο αιώνας αυτός είναι ο αιώνας της πολιτικής και πολιτισμικής εισβολής της Δύσης στην Αυτοκρατορία.  Οι γυναίκες γίνονται θύματα των εθνοαπελευθερωτικών πολέμων αλλά και μαθαίνουν πως να επιβιώνουν όταν η προστασία του αποκλεισμένου χώρου –χαρέμι κλπ—παύει να τις καλύπτει. Μαθαίνουν να λειτουργούν και να αποφασίζουν όταν η νεωτερικότητα τις σπρώχνει από τις αγκάλες της πατριαρχίας και της θρησκείας στις απαιτήσεις του έθνους-κράτους. Το ξέσπασμα της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης στη Βλαχία πρώτα και μετά στο Μωριά αναδιαμορφώνει τις σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων, αναπτύσσει διαχωριστικές εθνικές γραμμές άσχετες με γλώσσα και τόπο καταγωγής, και για μια ακόμη φορά θυματοποιεί τις γυναίκες.

Οι βεβαιοτήτες και συνήθειες που λειτουργούσαν για αιώνες στο Οθωμανικό δοβλέτι διαρρηγνύονται. Ιδιαίτερα βέβαια σε ευνοημένους τόπους όπως η Χίος που απολάμβανε για αιώνες ιδιαίτερη μεταχείριση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Την Pax Ottomana. Ένας παράδεισος με βαθειές ρίζες στο παρελθόν του Βυζαντίου, των Ιταλών, των Γατελούζων. Μία κοινωνία πλούσια, καλλιεργημένη, συντηρητική, φραγκόφωνη, ελληνόφωνη, τουρκόφωνη.

Η νουβέλα του Γιώργου Χατζόπουλου επικεντρώνεται σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της Επανάστασης αλλά μας οδηγεί όχι στα πεδία των μαχών του αγώνα αλλά στα μετόπισθεν. Η αφηγήτρια Βγερού ανακαλεί στη μνήμη της τον αντίκτυπο του ξεσηκωμού σε ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Ακόμα μας οδηγεί με την αφήγησή της στην ιστορία των γυναικών που γίνονται η παράπλευρη απώλεια του ξεσηκωμού. Ταυτόχρονα, όμως,  καταθέτει και την διαδικασία χειραφέτησης της γυναίκας από δομές και συνήθειες που την εγκλώβιζαν εξαιτίας της έμφυλης ταυτότητάς της.

image

Η Επανάσταση που μεταδίδεται από τη Σάμο στη Χίο λοιπόν δεν οδηγεί μόνο στον εφιάλτη που είναι η καταστροφή του νησιού τον Απρίλιο του 1822 όπως μας το παρουσίασαν πολλές αφηγήσεις αλλά και η νουβέλα του Χατζόπουλου. Ο λόγος της Βγερού υπονοεί και την παρουσία και αντίδραση της γυναίκας στο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι που μέσα από ανατροπές προσφέρει ο ξεσηκωμός. Η γυναίκα αποκτά φωνή και υπόσταση. Μπορεί να την διεκδικούν ο Ζαννής και ο Σεβντάν Κιβεσόγλου ως αντικείμενο πόθου. Όμως η Βγερού επιλέγει κάποια στιγμή. Ο Κιβεσόγλου την μεταφέρει στη Σμύρνη, ένα παιδί γεννιέται από την ένωσή τους, η Βγερού δραπετεύει. Η έκπληξη είναι ότι τελικά επανέρχεται στην εστία αντί να φύγει για τη Χίο. Σύνδρομο της Στοκχόλμης αναρωτιόμαστε. Η ίδια δεν εκλογικεύει την απόφασή της και υπομένει τον υποβιβασμό της σε δούλα. Αφήνει να εννοηθεί ότι η επιστροφή της είναι ένδειξη ευγνωμοσύνης για την σωτηρία της από τον Τούρκο, αλλά και αναγνώριση του δικαιώματος του στο παιδί τους.

Η Βγερού δεν υψώνει τείχη που να τη διαχωρίζουν από τον Σεβντάν Κιβεσόγλου. Μαθαίνει τη γλώσσα του αλλά δεν ασπάζεται την πίστη του. Και περιμένει υπομονετικά. Αποχωρεί από τη Σμύρνη μόνο σαν μαθαίνει πως ο Κiβεσόγλου χάθηκε. Τη στιγμή αυτή επιλέγει και πάλι. Δραπετεύει για τη Χίο. Ο Ζαννής την περιμένει.

Η Βγερού, λοιπόν, χειραφετείται μέσα από την φωτιά και το χαλασμό του αγώνα. Συνειδητοποιείται και επιλέγει, επιχειρεί να διαχωρίσει τη γνώμη της από τα κελεύσματα του πατέρα της, του Κiβεσόγλου, του Ζαννή. Και η εξέλιξή της; Διαβάζουμε για τα είκοσι χρόνια που ζει ευτυχισμένα με τον Ζαννή, αλλά όταν αυτός πεθαίνει από τύφο αυτή αναλαμβάνει και διαχειρίζεται τις δουλειές που άφησε πίσω. Ο Ζαννής ήταν πετυχημένος καραβοκύρης. Στο τέλος καπετάνισσα την ονοματίζουν!

Μόνη στιγμή αμηχανίας για την ίδια όταν ο Τούρκος πρόξενος στη Μασσαλία τη ρωτά τί είναι: Ρωμιά, Φράγκισσα, Τουρκάλα. Πιστεύω ότι η απάντηση της θα ήταν όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμα. Πολιτισμικά και γλωσσικά η Βγερού σταχυολογεί από όλες τις κουλτούρες που σημάδεψαν τη ζωή της. Όμως στο τέλος η ταυτότητά της είναι σύνθετη δε διαχωρίζεται απλουστευτικά.

Όμως η νουβέλα του Χατζόπουλου έχει ένα ακόμα πόλο ενδιαφέροντος. Τη σύγχρονη ιστορία της Αγγελικής, μιας ενδοκειμενικής αφηγήτριας, η οποία καταγράφει την ιστορία της Βγερούς για μας όπως τη θυμάται η ενενηντάχρονη μητέρα της, που είναι μακρινή απόγονος της Χιώτισσας.

Η ιστορία της Αγγελικής, πλασμένη από το συγγραφέα αυτή τη φορά, κυλά ταυτόχρονα και σε αντίστιξη με αυτή της Βγερούς. Οι δύο ιστορίες διαπλέκονται όπως και οι φωνές και σε μία κρίσιμη για το κείμενο στιγμή γίνονται αξεδυάλυτες.

Η κρίση που δοκιμάζει την Αγγελική δεν είναι εθνική. Ο σύζυγος την απατά. Ο γάμος της καταρρέει και μαζί του και η αυτοπεποίθεση της Αγγελικής. Η προσωπικότητά της είχε στιγματιστεί και είχε εδραιωθεί πάνω σε μια επαναστατική πράξη της νεότητάς της: παντρεύεται το Νικόλα ενάντια στη θέληση του πατέρα της. Αντιδρώντας στην οικογενειακή πατριαρχία διαπράτει ένα λάθος. Επιλέγει τον άνδρα ο οποίος τελικά προδίδει την εμπιστοσύνη της.

Η Αγγελική πρέπει να αποκαθιλώσει αυτό που πίστευε ως επαναστατική πράξη, να αποκαθιλώσει το γάμο της και τον άνδρα που την πρόδωσε. Πρέπει να επιβιώσει, να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Κι ενώ με το χέρι της, η ιστορία της Βγερούς περνά από τον προφορικό στο γραπτό λόγο, η Αγγελική αναπολεί τη δική της ιστορία. Η καταγραφή του μακρινού παρελθόντος  που έχει περάσει από μάνα σε κόρη, έχει αναμετρηθεί με τη μνήμη τεσσάρων γενεών που έχουν προσθέσει/αφαιρέσει, έχουν λησμονήσει και έχουν θυμηθεί, τώρα αναπτερώνει την αυτοπεποίθεση της Αγγελικής. Ο υπό διάλυση γάμος της στέκεται στον αντίποδα του επικείμενου γάμου της Βγερούς στο κέιμενό της. Είναι η στιγμή που ανέφερα προηγουμένως όταν οι δύο φωνές ενώνονται. Το γαμήλιο πανηγύρι της παλιάς Χιώτισας διαπλέκεται με το θρήνο της Αγγελικής. Αυτό είναι το διπλό πρόσωπο του Ιανού, της ανθρώπινης μοίρας. Η χαρμολύπη εμψυχώνει την Αγγελική, της ανοίγει το δρόμο για μια απόφαση επιβίωσης. Παρόλη την προδοσία, παρόλη την απογοήτευση.

Το επίτευγμα αυτής της νουβέλας είναι ότι κατορθώνει να στηρίξει τόσο φυσιολογικά  το ιστορικό και το σύγχρονο. Να περάσει από την τρομαχτική οδύνη της καταστροφής της Χίου στον προσωπικό γολγοθά που βιώνει ένα ζευγάρι όταν ο γάμος τους τελειώνει. Από την εμπειρία της ιστορικής αλλοτρίωσης, στην προσωπική αλλοτρίωση του σύγχρονου ζευγαριού. Στο τέλος κυριαρχεί η επιβίωση και η χαρμολύπη.