Βγερού, ένα κορίτσι στη σφαγή της Χίου

της Νόρας Ράλλη στην Εφημερίδα των Συντακτών

Η Ελευθερία Τέτουλα
Τη Βγερού, τη Χιώτισσα ηρωίδα ενσαρκώνει η Ελευθερία Τέτουλα

«Δεν ξέρω αν είναι Ρωμιά, Τουρκάλα ή Φράγκισσα. Ξέρω ότι είναι εκείνη που είδε τη Μεγάλη Σφαγή. Οτι άκουσε τις φωνές των μανάδων που βλέπανε τις κόρες τους να βιάζονται, αντίκρισε βρέφη κομματιασμένα και πεταμένα στα βράχια, έζησε το γιουρούσι και το πελέκι».

Ετσι μας συστήνει ο συγγραφέας Γιώργος Χατζόπουλος τη Βγερού, τη Χιώτισσα ηρωίδα του, που κατάφερε να επιβιώσει από τη Μεγάλη Σφαγή της Χίου το 1822 και την κατοπινή δουλεία στη Σμύρνη. Η γυναίκα αυτή, με την ιδιότυπη ντοπιολαλιά και την τραγική ιστορία, πήρε σάρκα και οστά στο ομώνυμο βιβλίο «Βγερού, γλυκά φανού», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αιώρα».

«Πρόκειται για μια νουβέλα-μαρτυρία για την ανθρώπινη αγριότητα, ενάντια στη βία και τη σιωπή της ανοχής που την περιβάλλει, μια νουβέλα-καταβύθιση στον ψυχισμό της Ελληνίδας και στα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης», εξηγεί.

«Θέλησα να εμβαθύνω στις αληθινές ιστορίες της Χίου, όπως τις άκουσα στο νησί. Αλλά και όπως τις βρήκα μετά από εκτενή έρευνα σε αρχεία και μαρτυρίες, ανάμεσά τους και τα έργα του Στυλιανού Βίου, Χιώτη γυμνασιάρχη, που συνέλεξε αφηγήσεις από επιζώντες της σφαγής και τα παιδιά τους. Ηθελα όμως και μια σύνδεση με το σήμερα. Ετσι, η Βγερού συνδιαλέγεται με την ιστορία μιας σύγχρονης Ελληνίδας, της Αγγελικής, που αναζητά την κατακερματισμένη της ταυτότητα και μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση της Βγερούς επανακτά τη ζωή της. Δύο διαφορετικές εποχές, δύο διαφορετικές γυναίκες. Η μία, κραυγή επιβίωσης και αυτογνωσίας. Η άλλη, μαρτυρία και καταγγελία. Και οι δύο συναρμολογούν μια κοινή μνήμη, μια ιστορική συνέχεια που μεταμορφώνεται σε ελπίδα».

 

tumblr_inline_nvqqjgvCaR1tpt2uf_500
Ο Γιώργος Χατζόπουλος, με σπουδές στα Παιδαγωγικά, την Κοινωνιολογία και τη Συγκριτική Λογοτεχνία, εργάζεται στην εκπαίδευση. Η «Βγερού» είναι το πρώτο του βιβλίο. Εχουν προηγηθεί τρία θεατρικά, με πρώτο το «Μοργκεντάου» (2003), που ανέβηκε στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», στη Θεσσαλονίκη. Και η Βγερού, όμως, μεταφέρθηκε στο θέατρο.

Μόλις ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις στο θέατρο Αυλαία, στη Θεσσαλονίκη. Σειρά έχει η Αθήνα και μετά θα περιοδεύσει σε Χίο και υπόλοιπη Ελλάδα. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Κορίνα Βασιλειάδου, τη μουσική ο γνωστός από τους Χειμερινούς Κολυμβητές Κώστας Βόμβολος και το τραγούδι του τέλους ερμηνεύει ο Παντελής Θαλασσινός. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενσαρκώνουν οι Ελευθερία Τέτουλα και Μελίνα Αποστολίδου.

«Ο παραστάσεις ξεκίνησαν συμβολικά την 1η Απριλίου. Αυτή τη μέρα, το 1822, ξεκίνησε και η Σφαγή της Χίου από τα ταγκαλάκια, τους άτακτους Οθωμανούς στρατιώτες. Είχε βγει φιρμάνι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πως όποιος ήθελε να λεηλατήσει, να πάει στη Χίο, που ήταν πλούσιος τόπος τότε, για χρόνια το αγαπημένο νησί του σουλτάνου. Περνούσαν οι Τούρκοι απέναντι, σφάζαν, καίγαν και λήστευαν. Ηταν μια απάντηση στη Σφαγή της Τριπολιτσάς. Από τους 110.000 μόνιμους κατοίκους μέσα σε πέντε μήνες σφαγιάστηκαν οι 40.000, άλλοι τόσοι πιάστηκαν δούλοι, γύρω στις 15.000 -οι πιο πλούσιοι- διέφυγαν στα γύρω νησιά και μόνο 1.500 μείναν στο νησί. Ούτε οι φρικαλεότητες του Εμφυλίου δεν συγκρίνονται με τη βαρβαρότητα της Μεγάλης Σφαγής».

«Τη Βγερού, ως πρόσωπο, την ένιωθα πάρα πολύ κοντά μου όσο έγραφα. Ακουγα τη φωνή της, έβλεπα το πρόσωπό της, θαύμαζα τη δύναμή της», εξηγεί ο Γιώργος Χατζόπουλος.

«Σε αρκετές περιπτώσεις, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αναρωτιόμουν κι εγώ για τις επιλογές και τις πράξεις της. Η Στέλλα Τσιροπινά, που εκτός από την ντοπιολαλιά, συνέβαλε και στην ιστορία της Βγερούς με μαρτυρίες κ.λπ., μου μετέφερε πως όταν περνά από τοποθεσίες στη Χίο που αναφέρονται στο βιβλίο, έχει την εντύπωση πως όντως η Βγερού έζησε εκεί και υπήρξε», λέει ο Χατζόπουλος. «Αν τη συναντούσα σήμερα, θα της έλεγα να είναι “ήσυχη”, πως αυτό που ζητούσε, “μνήμη πικρή σαν πικραμύγδαλο. Να την εβάζεις κάθε πρωί στο στόμα, για να θυμάσαι πόσο γλυκιά και όμορφη είναι η ζωή”, συνέβη. Εκατοντάδες άνθρωποι γνωρίζουν την ιστορία της και την ιστορία του λαού της και μαζί με αυτήν και την “αλήθεια” της».

bearbnora

Το βιβλίο το διαβάζεις με μια ανάσα. Και δεν το ξεχνάς. Ο λόγος της Βγερούς, βαθιά συγκινητικός και προσωπικός, γίνεται κομμάτι σου. Κι ας ανήκει στο παρελθόν.

«Πάντα είχα την πίστη πως μέσω της αφήγησης του παρελθόντος, ειδικά μέσω της μαρτυρίας, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει καλύτερα την ταυτότητά του», τονίζει ο συγγραφέας. «Ο,τι κι αν κάνουν οι πολιτικοί ή οικονομικοί “θεσμοί”, το παρελθόν είναι πάντα εδώ και, συχνά-πυκνά, το νιώθουμε. Γιατί περί “αίσθησης” πρόκειται: ξεπηδά από τα άλογα σκοτάδια της ύπαρξης και γεννάει μέσα μας απορίες, αμηχανίες. Ολοι μας έχουμε την προσωπική μας ζωή, αλλά συγχρόνως κουβαλάμε μέσα μας, άσχετα αν το συνειδητοποιούμε ή όχι, και μια άλλη ιστορία που δεν είναι μόνο δική μας, είναι μια περιπέτεια που αφορά μια ολόκληρη κοινωνία (τη χιώτικη κοινωνία στο δικό μας παράδειγμα), έναν ολόκληρο λαό. “Είναι πλούτος που αξιωθήκαμε να ζούμε” – όπως λέει και η Βγερού».