“ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ”
ΣΕΡΡΕΣ, Θέατρο Αστέρια, Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, ώρα 21.15

Δυο γυναίκες, δύο εποχές, δύο έρωτες.
Η πίστη συναντά την προδοσία.
Η οδύνη του θανάτου τον προσωπικό γολγοθά.

Ο θρήνος το πανυγήρι.
Η χαρμολύπη….

Το διπλό πρόσωπο του Ιανού, της ανθρώπινης μοίρας.

tumblr_static_l5puenv0n6okw8o4cwsskk88

 ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ

του Γιώργου Χατζόπουλου

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κορίνα Βασιλειάδου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Επιμέλεια Κίνησης: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης

Σκηνικά – Κοστούμια & Σχεδιασμός φωτισμών: Κέλλυ Εφραιμίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Κλέα Σαμαντά

Επιστημονική συνεργάτης: Στέλλα Τσιροπινά

Παίζουν:Ελευθερία Τέτουλα,  Άννα Σωτηρούδη

Φωνή Ανθής:Ειρήνη Κυριακού

Σε τι αναφέρεται η παράσταση «Βγερού γλυκά φανού»
Η παράσταση Βγερού γλυκά Φανού αναφέρεται στην ιστορία της σφαγής και της δουλείας των κατοίκων της Χίου και στην σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωσή τους στις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι ένας στοχασμός σχετικά με τη μαρτυρία ως πράξη και ως κληρονομιά και μία διαμαρτυρία για διαχρονική χρήση της βίας και της σιωπής – ανοχής που την περιβάλλει.

“Από 1 Απριλίου του 1822 μέχρι τα τέλη Αυγούστου, μέσα σε πέντε μήνες, υπολογίζεται ότι από τους 117.000 κατοίκους που είχε πληθυσμό το νησί, οι 42.000 σφαγιάστηκαν, οι 10.000 από αυτούς στο Κάβο Μελανιός, περίπου 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη.”
Φραγκομίχαλος Κώστας, Oι σφαγές της Xίου του 1822: Ποιος ο ακριβής αριθμός των θυμάτων τους; Άλφα Πι, 2009

12073307_10207907760601810_2329602_n(1)

Γιατί η Βγερού είναι επίκαιρη;
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει την προσωπική του ζωή, την προσωπική του ιστορία και περιπέτεια, αλλά συγχρόνως κουβαλά μέσα του και μια άλλη ιστορία που δεν είναι μόνο δική του, είναι μια ιστορία και μια περιπέτεια που αφορά έναν ολόκληρο λαό.Η ιστορία της «Βγερούς» συγκροτεί ένα ορίζοντα επικαιρότητας καθώς η ανάμνηση, η διάγνωση και η πρόγνωση συνυπάρχουν και τη συγκροτούν.

Η Βγερού και η διαπραγμάτευση
Σίγουρα οι νέες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες υποβάλλουν και νέες πρακτικές, όμως κάποιες αξίες, όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια και κάποιες ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η μνήμη, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ διαπραγματεύσιμες.

Ποια είναι η Βγερού;
Βγερού” φωνάζουνε τη “Βέρα” στη Χίο. Στα λατινικά “Βέρα” σημαίνει “αληθινή” και στα ρώσικα (“Вера”) πιστή.

Τι ζητάει η Βγερού;
«Δεν ξέρω αν είναι ρωμιά, τουρκάλα ή φράγκισσα, -άσε που δεν ξέρω και πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο,- όμως είναι αυτή που είδε σάρκες και ρούχα να γίνονται ένα, το αίμα να τρέχει ποτάμι ανάμεσα στα πόδια των κοριτσιών, είναι αυτή που είδε στήθη γυναικών κομμένα φέτες, μυαλά χυμένα στους ώμους σαν από μια παραγεμισμένη κούπα, βρέφη κομματιασμένα να κείτονται πεταμένα στα βράχια. Είναι αυτή που είδε τη Μεγάλη Σφαγή, αυτή που έζησε το γιουρούσι, το πελέκι, που μεγάλωσε με κλάματα, με θρήνους και με μοιρολόγια.
Είναι αυτή που άκουσε το σμίξιμο των σπαθιών με τη σάρκα, τις φωνές των μανάδων που βλέπανε τις κόρες τους να βιάζονται, το τρίξιμο των δοντιών και τις τουφεκιές να σφυροκοπάνε στον αγέρα. Είναι αυτή που κανένας ήχος της φύσης πλέον δεν της φαίνεται γλυκός, κανένα κελάηδημα αηδονιού το ξημέρωμα δεν την χαροποιεί, γιατί στα αυτιά της ηχούν ακόμα οι κραυγές και τα ουρλιαχτά. Αν και βρήκε τη δύναμη ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, να κάμει πέντε παιδιά, να τα μεγαλώσει και να τα θεριέψει, πάντοτε ο ύπνος της σαν το θάνατο ήταν πικρός και τα όνειρά της πάντα θα τα στοιχειώνουν οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες νεκροί που χάθηκαν μέσα σε λίγες μέρες και μαζί τους χάθηκαν τα ονόματά τους και οι μνήμες τους, χάθηκαν κι οι απόγονοί τους που θα τους μνημόνευαν.
Χιλιάδες κρανία σαπίζουν στα δάση και στα χωράφια, ανάμεσά τους των γονιών της και των αδερφών της, των συγγενών και των φίλων της, των συγχωριανών της, ανθρώπων που γνώρισε κι έζησε μαζί τους και χάθηκαν. Ωστόσο, ποτέ δεν είπε: «Καταραμένη η φυλή που έκανε τις σφαγές. Καταραμένη η γενιά που τους αφάνισε!» Όμως λέει ασυγχώρητοι όσοι βάδισαν στο μονοπάτι της παλιανθρωπιάς. Κι ας είναι Γιουρούκοι, Ζεϊμπέκοι, Αρναούτηδες, Τούρκοι ή Έλληνες, Οβραίοι ή Φράγκοι. Ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της εκδίκησης, βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Κάτω από τα δάκρυά της μίσος δε θα βρείτε.
Δεν ζητάει εκδίκηση. Μνήμη ζητάει! Μνήμη πικρή σαν πικραμύγδαλο. Να την εβάζεις κάθε πρωί στο στόμα, για να θυμάσαι πόσο γλυκιά κι όμορφη είναι η ζωή. Όχι μόνο για μας τους Χιώτες, για όλη την ανθρωπότη! Και με τούτη τη μνήμη να τη ξαναφτιάξεις από την αρχή. Αυτή είναι!»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου

Ποια είναι η Αγγελική;
«Χρόνια μετά, λίγο πριν μπούμε στη νέα χιλιετία, λίγο πριν το τέλος του εικοστού αιώνα, εμείς που πάντα ξεχειλίζαμε από ζωντάνια, που ο θάνατος δεν ήταν παρά ένα κακόγουστο αστείο, που πάντα αφορούσε τους άλλους και ποτέ εμάς, που η απογοήτευση, ο θυμός και το μίσος ποτέ δεν μας είχαν κυριεύσει, αρχίσαμε να νιώθουμε απελπισμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι… Σιγά σιγά, όλα όσα μέχρι τότε νοηματοδοτούσαν τη ζωή μας σκόρπισαν, όπως ο άνεμος τις στάχτες μιας φωτιάς που σιγοσβήνει. Ζούσαμε σ’ έναν κόσμο που τίποτα δεν είχε σημασία κι ούτε θα ξαναποκτούσε. Ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μας, ήταν σαν κάτι που ήδη είχε συμβεί, σαν κάτι που έμοιαζε με ανάμνηση κι εμείς απλά το παρακολουθούσαμε σαν σε όνειρο, δίχως να μας αγγίζει, δίχως να μας αφορά.»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου

Τι ζητάει η Αγγελική;
«Πόσο θα ’θελα να ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος, να ’μασταν ξαπλωμένοι για ώρες πάνω στην άμμο, καταμεσήμερο στα Μαγεμένα, με το μελτέμι να ρυτιδώνει τη θάλασσα, να μη μιλάμε, λίγες κουβέντες, τις απαραίτητες, ώσπου η σκέψη ν’ απαλλαγεί από τη γλώσσα. Κι ύστερα, αφού ο ήλιος πυρώσει τα σώματά μας, να βουτήξουμε για να δροσιστούμε, κι από κύμα σε κύμα, κι από ρεύμα σε ρεύμα να μας παρασύρει ως εκεί που το ακρογιάλι τελειώνει, και λίγο πριν τα βράχια να βγούμε έξω στην αμμουδιά και να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Δύσκολα τα βήματα, η άμμος χοντρή και παχιά. Ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω, ο ένας πάνω στην περπατησιά του άλλου.
Κι ύστερα, αφού ρίξουμε κανένα ρούχο επάνω μας κι αγκαλιαστούμε για να ζεσταθούμε, θα κάτσουμε αντίκρυ στον ήλιο που θα ’χει πάρει πορεία για τα Ψαρά, θ’ ακούσουμε το βοριαδάκι να δυναμώνει και να μας ψιθυρίζει και πάλι τα μυστικά του, αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή. «Αιωνιότητα θα πει…» «Θάρρος να βρεις…» «Έχε το νου σου…» «Μην κάθεσαι κάτω από…» «Μην ξαναγυρίσεις στον εαυτό σου…» «Κράτα τον όρκο…» «Να θυμάσαι τη…» Κι ύστερα, αφού ο άνεμος κοπάσει και το σκοτάδι της νύχτας απλωθεί παντού, τότε θ’ ανάψουμε φωτιές με ξεραμένες καλαμιές και κούτσουρα που τα ξερνάει η θάλασσα. Και θ’ αρχινίσουμε το τραγούδι. Ένας, ένας, μια, μια… Κι όλοι μαζί… Ώσπου η φύση και πάλι να μας δεχτεί…»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου