Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


 Πάνω από 3000  θεατές παρακολούθησαν μέχρι τώρα τις παραστάσεις της “Βγερού γλυκά φανού” που δόθηκαν σε 7  διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας (Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Ηγουμενίτσα, Χίος, Βόλος, Σέρρες, Βέροια) μέσα στο 2015.

 

_ELD5812

Μελίνα Αποστολίδου ως Αγγελική. Φωτο: Δ. Αϊδηνίου

ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ
του Γιώργου Χατζόπουλου

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κορίνα Βασιλειάδου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

11090727_935139236519612_809554048_o

Μελίνα Αποστολίδου, Ελευθερία Τέτουλα Φωτο: Δ. Αϊδηνίου

Επιμέλεια Κίνησης: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης

Σκηνικά – Κοστούμια & Σχεδιασμός φωτισμών: Κέλλυ Εφραιμίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Κλέα Σαμαντά

Επιστημονική συνεργάτης: Στέλλα Τσιροπινά

Παίζουν:Ελευθερία Τέτουλα, Μελίνα Αποστολίδου

Φωνή Ανθής:Ειρήνη Κυριακού

_ELD5760

Μελίνα Αποστολίδου, Ελευθερία Τέτουλα Φωτο: Δ. Αϊδηνίου

 

  • Υπό την Αιγίδα του Δήμου ΧΙΟΥ
  • Με την υποστήριξη του ΔΗΠΕΘΕ Βορείου Αιγαίου

 

 

 

 

«…ηθέλησα δια του τύπου να περισώσω ταύτας, βλέπων ότι ο πανδαμάτωρ χρόνος αφαιρεί εκ μέσου ημών ου μόνον τα λείψανα, αλλά και αυτούς έτι τους αμέσους απογόνους των θυμάτων της Σφαγής, οίτινες αναμβισβητήτως είναι ακένωτα ταμεία ιστορικών πληροφοριών…»
Στυλιανός Γ. Βίος, «Η σφαγή της Χίου εις το στόμα του χιακού λαού», Αιγέας, 2008 (πρώτη έκδοση: 1922
(Στο βιβλίο του Σ.Γ. Βίου 43 αφηγητές, οι 13 είναι άτομα που επέζησαν της Σφαγής και οι υπόλοιποι 30 «αμέσως απογόνων των», αφηγούνται «μίαν ζωντανήν εικόνα και αναπαράστασιν πλείστων φρικιαστικών επεισοδίων της φρικαλέας εκείνης.»)

Σε τι αναφέρεται η παράσταση «Βγερού γλυκά φανού»
Η παράσταση Βγερού γλυκά Φανού αναφέρεται στην ιστορία της σφαγής και της δουλείας των κατοίκων της Χίου και στην σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωσή τους στις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι ένας στοχασμός σχετικά με τη μαρτυρία ως πράξη και ως κληρονομιά και μία διαμαρτυρία για διαχρονική χρήση της βίας και της σιωπής – ανοχής που την περιβάλλει.

“Από 1 Απριλίου του 1822 μέχρι τα τέλη Αυγούστου, μέσα σε πέντε μήνες, υπολογίζεται ότι από τους 117.000 κατοίκους που είχε πληθυσμό το νησί, οι 42.000 σφαγιάστηκαν, οι 10.000 από αυτούς στο Κάβο Μελανιός, περίπου 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη.”
Φραγκομίχαλος Κώστας, Oι σφαγές της Xίου του 1822: Ποιος ο ακριβής αριθμός των θυμάτων τους; Άλφα Πι, 2009

Γιατί η Βγερού είναι επίκαιρη;
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει την προσωπική του ζωή, την προσωπική του ιστορία και περιπέτεια, αλλά συγχρόνως κουβαλά μέσα του και μια άλλη ιστορία που δεν είναι μόνο δική του, είναι μια ιστορία και μια περιπέτεια που αφορά έναν ολόκληρο λαό.Η ιστορία της «Βγερούς» συγκροτεί ένα ορίζοντα επικαιρότητας καθώς η ανάμνηση, η διάγνωση και η πρόγνωση συνυπάρχουν και τη συγκροτούν.

Η Βγερού και η διαπραγμάτευση
Σίγουρα οι νέες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες υποβάλλουν και νέες πρακτικές, όμως κάποιες αξίες, όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια και κάποιες ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η μνήμη, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ διαπραγματεύσιμες.

Ποια είναι η Βγερού;
Βγερού” φωνάζουνε τη “Βέρα” στη Χίο. Στα λατινικά “Βέρα” σημαίνει “αληθινή” και στα ρώσικα (“Вера”) πιστή.

Τι ζητάει η Βγερού;
«Δεν ξέρω αν είναι ρωμιά, τουρκάλα ή φράγκισσα, -άσε που δεν ξέρω και πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο,- όμως είναι αυτή που είδε σάρκες και ρούχα να γίνονται ένα, το αίμα να τρέχει ποτάμι ανάμεσα στα πόδια των κοριτσιών, είναι αυτή που είδε στήθη γυναικών κομμένα φέτες, μυαλά χυμένα στους ώμους σαν από μια παραγεμισμένη κούπα, βρέφη κομματιασμένα να κείτονται πεταμένα στα βράχια. Είναι αυτή που είδε τη Μεγάλη Σφαγή, αυτή που έζησε το γιουρούσι, το πελέκι, που μεγάλωσε με κλάματα, με θρήνους και με μοιρολόγια.
Είναι αυτή που άκουσε το σμίξιμο των σπαθιών με τη σάρκα, τις φωνές των μανάδων που βλέπανε τις κόρες τους να βιάζονται, το τρίξιμο των δοντιών και τις τουφεκιές να σφυροκοπάνε στον αγέρα. Είναι αυτή που κανένας ήχος της φύσης πλέον δεν της φαίνεται γλυκός, κανένα κελάηδημα αηδονιού το ξημέρωμα δεν την χαροποιεί, γιατί στα αυτιά της ηχούν ακόμα οι κραυγές και τα ουρλιαχτά. Αν και βρήκε τη δύναμη ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, να κάμει πέντε παιδιά, να τα μεγαλώσει και να τα θεριέψει, πάντοτε ο ύπνος της σαν το θάνατο ήταν πικρός και τα όνειρά της πάντα θα τα στοιχειώνουν οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες νεκροί που χάθηκαν μέσα σε λίγες μέρες και μαζί τους χάθηκαν τα ονόματά τους και οι μνήμες τους, χάθηκαν κι οι απόγονοί τους που θα τους μνημόνευαν.
Χιλιάδες κρανία σαπίζουν στα δάση και στα χωράφια, ανάμεσά τους των γονιών της και των αδερφών της, των συγγενών και των φίλων της, των συγχωριανών της, ανθρώπων που γνώρισε κι έζησε μαζί τους και χάθηκαν. Ωστόσο, ποτέ δεν είπε: «Καταραμένη η φυλή που έκανε τις σφαγές. Καταραμένη η γενιά που τους αφάνισε!» Όμως λέει ασυγχώρητοι όσοι βάδισαν στο μονοπάτι της παλιανθρωπιάς. Κι ας είναι Γιουρούκοι, Ζεϊμπέκοι, Αρναούτηδες, Τούρκοι ή Έλληνες, Οβραίοι ή Φράγκοι. Ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της εκδίκησης, βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Κάτω από τα δάκρυά της μίσος δε θα βρείτε.
Δεν ζητάει εκδίκηση. Μνήμη ζητάει! Μνήμη πικρή σαν πικραμύγδαλο. Να την εβάζεις κάθε πρωί στο στόμα, για να θυμάσαι πόσο γλυκιά κι όμορφη είναι η ζωή. Όχι μόνο για μας τους Χιώτες, για όλη την ανθρωπότη! Και με τούτη τη μνήμη να τη ξαναφτιάξεις από την αρχή. Αυτή είναι!»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου

Ποια είναι η Αγγελική;
«Χρόνια μετά, λίγο πριν μπούμε στη νέα χιλιετία, λίγο πριν το τέλος του εικοστού αιώνα, εμείς που πάντα ξεχειλίζαμε από ζωντάνια, που ο θάνατος δεν ήταν παρά ένα κακόγουστο αστείο, που πάντα αφορούσε τους άλλους και ποτέ εμάς, που η απογοήτευση, ο θυμός και το μίσος ποτέ δεν μας είχαν κυριεύσει, αρχίσαμε να νιώθουμε απελπισμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι… Σιγά σιγά, όλα όσα μέχρι τότε νοηματοδοτούσαν τη ζωή μας σκόρπισαν, όπως ο άνεμος τις στάχτες μιας φωτιάς που σιγοσβήνει. Ζούσαμε σ’ έναν κόσμο που τίποτα δεν είχε σημασία κι ούτε θα ξαναποκτούσε. Ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μας, ήταν σαν κάτι που ήδη είχε συμβεί, σαν κάτι που έμοιαζε με ανάμνηση κι εμείς απλά το παρακολουθούσαμε σαν σε όνειρο, δίχως να μας αγγίζει, δίχως να μας αφορά.»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου

Τι ζητάει η Αγγελική;
«Πόσο θα ’θελα να ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος, να ’μασταν ξαπλωμένοι για ώρες πάνω στην άμμο, καταμεσήμερο στα Μαγεμένα, με το μελτέμι να ρυτιδώνει τη θάλασσα, να μη μιλάμε, λίγες κουβέντες, τις απαραίτητες, ώσπου η σκέψη ν’ απαλλαγεί από τη γλώσσα. Κι ύστερα, αφού ο ήλιος πυρώσει τα σώματά μας, να βουτήξουμε για να δροσιστούμε, κι από κύμα σε κύμα, κι από ρεύμα σε ρεύμα να μας παρασύρει ως εκεί που το ακρογιάλι τελειώνει, και λίγο πριν τα βράχια να βγούμε έξω στην αμμουδιά και να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Δύσκολα τα βήματα, η άμμος χοντρή και παχιά. Ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω, ο ένας πάνω στην περπατησιά του άλλου.
Κι ύστερα, αφού ρίξουμε κανένα ρούχο επάνω μας κι αγκαλιαστούμε για να ζεσταθούμε, θα κάτσουμε αντίκρυ στον ήλιο που θα ’χει πάρει πορεία για τα Ψαρά, θ’ ακούσουμε το βοριαδάκι να δυναμώνει και να μας ψιθυρίζει και πάλι τα μυστικά του, αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή. «Αιωνιότητα θα πει…» «Θάρρος να βρεις…» «Έχε το νου σου…» «Μην κάθεσαι κάτω από…» «Μην ξαναγυρίσεις στον εαυτό σου…» «Κράτα τον όρκο…» «Να θυμάσαι τη…» Κι ύστερα, αφού ο άνεμος κοπάσει και το σκοτάδι της νύχτας απλωθεί παντού, τότε θ’ ανάψουμε φωτιές με ξεραμένες καλαμιές και κούτσουρα που τα ξερνάει η θάλασσα. Και θ’ αρχινίσουμε το τραγούδι. Ένας, ένας, μια, μια… Κι όλοι μαζί… Ώσπου η φύση και πάλι να μας δεχτεί…»
Απόσπασμα από τη νουβέλα: «Βγερού γλυκά φανού» του Γιώργου Χατζόπουλου


Μικρό Λεξικό  για την ανάγνωση της παράστασης


Θολωτή Καμάρα στον Ανάβατο

Ανάβατος, Φωτο: Β. Ζαφείρη

αίσθηση του παρελθόντος:  “είναι προσωπική και κατεβαίνει βαθιά ως τα άλογα σκοτάδια της ύπαρξης”, Θανάσης Βαλτινός

αυτογνωσία: “είναι πρόθυμος ο άνθρωπος να κοιτάξει χωρίς αυταπάτες και χωρίς τύφλωση τον ίδιο του τον εαυτό; Μπορεί η ανθρώπινη φύση να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα και διαύγεια την ίδια της την φύση;”  Δημήτρης  Δημητριάδης

αφήγηση: είναι αυτή που αποκρυσταλλώνει ένα νόημα στο χαοτικό συνονθύλευμα του παρελθόντος

διαμαρτυρία: η Βγερού είναι ένα είδος καταγγελίας. Έλληνες και ξένοι, γέροι και νέοι, ζωντανοί και νεκροί, συνυπάρχουν για να συγκροτήσουν μία δήλωση διαμαρτυρίας

επιβίωση: Οι μονόλογοι των δύο ηρωίδων τους είναι κραυγές επιβίωσης, προσπάθεια αυτογνωσίας.

επικαιρότητα: η «Βγερού» συγκροτεί ένα ορίζοντα επικαιρότητας καθώς η ανάμνηση, η διάγνωση και η πρόγνωση συνυπάρχουν και τη συγκροτούν

Κορμός δέντρου

φωτο: Β. Ζάφείρη

ιστορία:  “ο άνθρωπος δεν μπορεί να διδαχθεί από τις συνέπειες των λαθών του, είναι ον ανεπίδεκτο μαθήσεως, κι αυτό με τρόπο ριζικό, αποδεδειγμένο με συντριπτική ενάργεια από την Ιστορία.” Δημήτρης Δημητριάδης

ιστορική μνήμη:  είναι αυτή που τη τροφοδοτεί την ουτοπία

Κακό: “είναι στην ανθρώπινη φύση, είναι πρωταρχικός γενεσιουργός παράγων αυτού απ’ το οποίο θα ήθελε (θέλει άραγε;) να βγει αλλά που αυτό του είναι αδύνατον επειδή απλώς είναι αδύνατον να βγει από τη φύση του.”  Δημήτρης Δημητριάδης

ανταγιάντιστη: ανυπόφορη, αβάσταχτη

αυτογνωσία: «είναι πρόθυμος ο άνθρωπος να κοιτάξει χωρίς αυταπάτες και χωρίς τύφλωση τον ίδιο του τον εαυτό, μπορεί η ανθρώπινη φύση να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα και διαύγεια την ίδια της την φύση;» Δημητριάδης Δημήτρης

Βγερού: “Βγερού” φωνάζουνε τη “Βέρα” στη Χίο. Στα λατινικά “Βέρα” σημαίνει “αληθινή” και στα ρώσικα (“Вера”) πιστή

διαπραγμάτευση: Σίγουρα οι νέες πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες υποβάλλουν και νέες πρακτικές, όμως κάποιες αξίες, όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια και κάποιες ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η μνήμη, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ διαπραγματεύσιμες.

Αρχοντικό στις Οινούσες

Αρχοντικό στη Χώρα φωτο: Βάσια Ζαφείρη

επιβίωση: oι μονόλογοι των δύο ηρωίδων της παράστασης τους είναι κραυγές επιβίωσης και αυτογνωσίας

επικαιρότητα: η παράσταση «Βγερού γλυκά Φανού» συγκροτεί ένα ορίζοντα επικαιρότητας καθώς η ανάμνηση, η διάγνωση και η πρόγνωση συνυπάρχουν και τη συγκροτούν
Θάλασσα:

ιστορία: «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Κύριοι, για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο πρέπει να ενδιαφερόμαστε, μέσα στον

                      κόσμο ζούμε, και πρέπει να αντιστεκόμαστε. Αν δεν αντιστεκόμαστε τίποτα δεν θ’ αλλάξει.
ΒΑΓΓΕΛΑΡΟΣ Έτσι νομίζεις αλλάζει ο κόσμος, καημένε;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ    Η ιστορία δείχνει πως όλες οι μεγάλες αλλαγές ήρθαν κατόπιν
ΒΑΓΓΕΛΑΡΟΣ  Ποια ιστορία ρε; Αυτή που διαβάζεις στα βιβλία;»

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΠΟΣΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ»

καλικατσού: θαλασσοκόρακας ή θαλασσοκουρούνα

λαλαδάκια: είδος άγριας, κόκκινης τουλίπας που ευδοκιμεί στη Χίο

λαός:           «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Μπα… Πάντως είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Ολόκληρη Ευρώπη, με τέτοια ιστορία, με τέτοια κουλτούρα να επιτρέπει να συμβαίνει ένας τέτοιος πόλεμος μέσα στα ίδια της τα σύνορα.
ΒΑΓΓΕΛΑΡΟΣ  Και τι μπορούσε να κάνει η… Ευρώπη;
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ    Αν οι ευρωπαϊκοί λαοί ξεσηκώνονταν
ΒΑΓΓΕΛΑΡΟΣ  Ποιοι λαοί;…»

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΠΟΣΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ»

Η ανατολική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους

Η ανατολική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους της πόλης της Χίου φωτο: Jim Menexis

λήθη: «είναι πάντα από την πλευρά της εξουσίας», Octavio Paz

μαϊνάρισαν: κάλμαραν, γαλήνευσαν, κόπασαν

μαρτυρία-διαμαρτυρία: η Βγερού είναι μία μαρτυρία και ταυτόχρονα ένα είδος καταγγελίας. Έλληνες και Τούρκοι, μεσήλικες και νέοι, ζωντανοί και νεκροί, συνυπάρχουν για να συγκροτήσουν μία δήλωση διαμαρτυρίας

μούχρωμα: «Μ’ αρέσει αυτή η ώρα. Είναι κάποιοι που την απεχθάνονται. Εμένα μ’ αρέσει. Έρχομαι εδώ, σηκώνω τα περιστέρια μου, και κάθομαι και τα κοιτάω να πετάνε. Στην αρχή πηγαίνουν όλα μαζί. Πάνω από τα εκατό μέτρα όμως ανοίγουν κι ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα άτιμα… Τι ωραία που πετάνε!…» Γιώργος Χατζόπουλος, «ΠΟΣΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ»

όνειρο: «Εχθές είδα ένα όνειρο… (Ανάβει τσιγάρο.) Άκου να δεις. Ήμουνα, λέει, εδώ στη Θεσσαλονίκη και περπατούσα στους δρόμους, εγώ, μαζί μ’ ένα παιδί, εφτά, οχτώ χρονών. Κάπου πηγαίναμε, κάτι θα κάναμε… Το παιδί πήγαινε μπροστά κι εγώ από πίσω. Πουθενά δεν υπήρχε ψυχή. Κάποια στιγμή ο δρόμος που πηγαίναμε, στο βάθος, έτσι ξαφνικά, τελείωνε στο πουθενά, λες και είχαμε φτάσει κοντά στον ορίζοντα. Το παιδί τότε γυρνάει με κοιτάει και τι βλέπω; Ήμουνα εγώ. Έβλεπα τον εαυτό μου όπως ακριβώς ήμουνα τότε, παιδί. Το βλέμμα, η φωνή, το πρόσωπο… Ήταν τόσο ζωντανά, τόσο αληθινά… Στον ξύπνιο μου, έτσι τόσο καλά δεν θα μπορούσα να με θυμηθώ.»

Η δυτική πλευρά του Κάστρου

Η δυτική πλευρά του τείχους φωτο: Jim Menexis

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΠΟΣΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ»

ουτοπία: Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραιτηθεί από την προσπάθεια να προβλέψει το μέλλον, και κατ’ επέκταση ν’ απαντήσει στην ερώτηση: «πώς πρέπει να ζήσουμε;». Η Βγερού είναι μία προσπάθεια να συναρμολογηθεί μια μνήμη παρελθόντος και μια ελπίδα του μέλλοντος

παρελθόν: κολυμπάμε μέσα του σαν τα ψάρια στο νερό, και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε με τίποτα από αυτό

πολιτισμός: την ίδια χρονιά που γεννιέται η Βγερού ο Αδαμάντιος Κοραής για ν’ αποδώσει την γαλλική λέξη civilisation επανέφερε την ελληνιστική λέξη «πολιτισμός» και την όρισε «ως το σύνολο των πνευματικών και υλικών επιτευγμάτων του ανθρώπου»

συλλογική συνείδηση: ο σύγχρονος άνθρωπος έχει την προσωπική του ζωή, την προσωπική του ιστορία και περιπέτεια, αλλά συγχρόνως κουβαλά μέσα του και μια άλλη ιστορία που δεν είναι μόνο δική του, είναι μια ιστορία και μια περιπέτεια που αφορά έναν ολόκληρο λαό

ταγκαλάκια: άτακτοι Οθωμανοί στρατιώτες, η λέξη «ταγκαλάκι» στη λαϊκή σημασία της σχετίζεται με το δαίμονα-διάβολο

τοπίο: το Χιώτικο τοπίο, όπως και κάθε τοπίο έχει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και μυθολογίας, έχει τη δική του πολιτική

τραύμα: «Ξέρω καλά τι λέω…. (Σιωπή.) Είχαν πει πως όλα είχαν τελειώσει, πως τίποτα δεν θα γινότανε. Τον πήραν, όμως. Τον πήραν μαζί με άλλους είκοσι τρεις. Είκοσι έξι άντρες είχαν απομείνει όλοι και όλοι. Δεκαπέντε Δεκεμβρίου ήταν, του Αγίου Λευτερίου, τους πήραν και τους μετέφεραν μέσα σε μια χαράδρα και τους σκότωσαν. Όχι με όπλα, με τσεκούρια και με μαχαίρια, τους σκότωσαν και ύστερα τους έκαψαν για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Δυο γλίτωσαν όλοι όλοι. Δύο μέρες μετά γύρισαν στο χωριό και μας είπανε τα νέα. Όλοι τρέξανε για να βρούνε τους ανθρώπους τους. Με πήρε κι εμένα η μάνα μου απ’ το χέρι και πήγαμε μαζί με τους άλλους. Μ’ άφησε παράμερα, αλλά από μακριά την έβλεπα που έψαχνε γονατιστή μέσα στις στάχτες. Σ’ ένα μισοκαμένο παντελόνι γνώρισε το μπάλωμα. Αυτό το μπάλωμα το έραψα εγώ, φώναζε… Αυτός είναι ο Αναστάσης μου… (Παύση.) Τα κοκάλα τα βάλαμε σ’ ένα κιβώτιο και μεταφέραμε στο σπίτι. Είκοσι εννιά χρονών ήτανε. Είκοσι εννιά. Και δεν είχε κάνει και τίποτα, ε. Τίποτα δεν είχε κάνει. (Παύση.) Τι τους ζήτησα; Τι θέλουν δηλαδή, να με ξεκάνουν; Αυτό θέλουν; (Βάζει τα χέρια του στο πρόσωπο και κλαίει.)»

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΠΟΣΟ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ»

Σπηλιές ψαράδων στην Αγία Φωτιά

Σπηλιές-δωμάτια ψαράδων δίπλα στη θάλασσα στην Αγία Φωτιά φωτο: Βάσια Ζαφείρη

«το μωρό αρχίνησε να κλαίει»: «Κάμε το να πάψει, αλλιώς θα μας νιωστούμενε και θα σφα’ούμε όλοι», λέει της μάνας ο Νικόλας ο Φράγκος. Τι να κάνει η καψερή, έφραξε το στόμα του μωρού με την παλάμη της για να το σωπάσει. Άμα έσβησαν οι θόρυβοι, βλέπω στην άκρη της σπηλιάς τη μάνα να κλαίει. Το μωρό της ήτανε νεκρό. Άθελα της το έπνιξε το κακόμοιρο

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ»

ύπνος: «Πάντοτε ο ύπνος της σαν το θάνατο ήταν πικρός και τα όνειρά της πάντα θα τα στοιχειώνουν οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες νεκροί που χάθηκαν μέσα σε λίγες μέρες και μαζί τους χάθηκαν τα ονόματά τους και οι μνήμες τους, χάθηκαν κι οι απόγονοί τους που θα τους μνημόνευαν.»

Γιώργος Χατζόπουλος, «ΒΓΕΡΟΥ ΓΛΥΚΑ ΦΑΝΟΥ»