ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


 Η Βγερού λέει την ιστορία της. Αν ακούσεις την ιστορία της δεν την ξεχνάς.  ΓΙΝΕΣΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ.

 

11008908_10153127256478829_719672846_n

Γκραβούρα εξώφυλλου: “Γυναίκες της Χίου, 1740, Τυπογραφείο ΕΝΤΥΠΟ, Χίος, Μακέτα Εξώφυλλου: Νικόλας Μουστάκας

Η παράσταση “Βγερού Γλυκά Φανού” βασίζεται
στη ομότιτλη νουβέλα του Γιώργου Χατζόπουλου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΩΡΑ, 2015
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Δεν ξέρω αν είναι ρωμιά, τουρκάλα ή φράγκισσα, όμως είναι αυτή που άκουσε το σμίξιμο των σπαθιών με τη σάρκα και τις φωνές των μανάδων που βλέπανε τις κόρες τους να βιάζονται, που αντίκρισε βρέφη κομματιασμένα να κείτονται πεταμένα στα βράχια, που έζησε το γιουρούσι και το πελέκι. Είναι αυτή που είδε τη μεγάλη Σφαγή…

Κάτω από τα δάκρυά της μίσος δε θα βρείτε. Δεν ζητάει εκδίκηση κι ας είναι ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της εκδίκησης, βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Μνήμη ζητάει!
Η Βγερού! Η Χιώτισσα που κατάφερε να επιζήσει της Σφαγής του 1822, της δουλεία της στη Σμύρνη και να επιστρέψει στη Χίο, να κάνει παιδιά, εγγόνια και να αφήσει κληρονομιά την ιστορία της.
Μια ιστορία που δύο αιώνες σχεδόν μετά θα βρει αποδέκτη την Αγγελική, μια σύγχρονη Ελληνίδα, και θα τη βοηθήσει να συναρμολογήσει την κατακερματισμένη της ταυτότητα.

Μία νουβέλα μαρτυρία για την ανθρώπινη αγριότητα, διαμαρτυρία ενάντια στη διαχρονική χρήση της βίας και στη σιωπή-ανοχή που την περιβάλλει, μία νουβέλα-καταβύθιση στον ψυχισμό της σύγχρονης Ελληνίδας γυναίκας και στα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης.»

 

Η αφήγηση της Βγερούς όπως τη θυμόταν η δισέγγονη της η κερα-Στελιανή

Στο επίμετρο του βιβλίου διαβάζουμε την αφήγηση της Βγερούς όπως η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας η Αγγελική την άκουσε από την μητέρα της. Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο στην ντοπιολαλιά της Χίου και πιο συγκεκριμένα αυτή που μιλάνε στα Λιβάδια και τη μεταφορά την έκανε η Στέλλα Τσιροπινά.

“Εκείνη τη μέρα, την πρώτη της Σφα’ής, όλοι μας ήμεστε στο σπίτι μας, στον Απάνω Γιαλό, στη Γλυφάδα. Μεγάλη Παρασκευή ήτανε, εκούγαμε και τις κανονιές που πέφτανε στη Χώρα κι ήλεγενε η μάνα στον κύρη μας: «Κωσταντή, να πάρομε τα παιδιά, να φύομε! Οι Τούρκοι ’εν έχουνε καλό σκοπό».
«Μη φο’άσαι, γυναίκα, ’εν είναι τίποτις, άκουέ μου που σου λέω, πιότερα γρόσια θένε, ως φαίνεται».
Τη μάνα, όμως, την εζώνανε τα φίδια: «Εδευτά που γίνανε με τους Σαμιώτες, τους εσκυλιάσανε. Θα τα ξεχάσουνε, Κωσταντή μου;»
Εκείνος, όμως, τίποτις -σαν να του ’χε δώκει μωρία ο Θεός!- εκίνησε κατά τη Χώρα να πα’ να δει ίντα γίνεται.
«Αντέστε οι δυο σας», είπενε η μάνα σε μένανε και το Μικέ, τον αδερφό μου, «αντέστε στα Καλογέρικα, να πάω να φέρω ένα μπογαλάκι ρούχα και φαΐ κι έρκομαι κατά πίσω σας με τη Μαριάθη και τ’ Κρυσταλλώ».
Στο τρίστρατο, στου Μώρου το πηγάδι –Θε μου και Παναγιά μου!- ένα μπουλούκι ταγκαλάκια επετάχτηκε ομπρός μας. Εσαρτάρανε απέ το τοιχογύρι του μαστρο-Περιστέρη και μας επερικυκλώσανε σα λυσσιασμένοι. Ο Μικές μας ήκαμε να τρέξει. Ένα ταγκαλάκι ήστρεψε προς τη μεριά του και του ’πε: «Ντουρ!»
Ο Μικές μας εσταμάτησε, σα σπουργιτάκι παραλοϊσμένο, το σπαρτάρι μου, επόμεινε. Το ταγκαλάκι του ’δωκε μια κοφτή στα σβέρκα με τη σπάθα. Έγώ εκατήβασα το κεφάλι μου να μη θωρώ το μακελειό και ήκλαια βουβή…”


ΤΑ 3 ΖΩΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ιστορία έχει τρία ζώα: Μια αλεπού ένα γεράκι και μια καλικατσού!

Και τα τρία ζώα τα συναντάς συχνά στη Χίο. Από πού ήρθαν και γιατί μπαίνουν στην ιστορία μας;

Κανείς δεν ξέρει. Όμως ξέρουμε πωςalepou-570:

η αλεπού ήρθε για τη Βγερού:

“Άξαφνα, πάνω στο μονοπάτι να σου μια αλεπού. Με το που μας είδε, άρχισε να τρέχει προς το μέρος μας. Σα ζύγωσε, κοκάλωσε εμπρός μας και στάθηκε εκεί να μας κοιτά. Με μια κίνηση, ίδιο αερικό, γρήγορα γρήγορα, χάθηκε στον πευκιώνα.”

το γεράκι για τον αφηγητή: IMG_6740_27-01-15

«Άξαφνα, ένας σκοτεινός όγκος, ένα γεράκι πέταξε δίχως βιασύνη δυο τρία μέτρα από το χώμα και χώθηκε βαθιά μέσα στο δάσος.»

και η καλικατσού πετάει σ’ αυτόν που ακούει την ιστορία:dsc_0133

«Άξαφνα μια καλικατσού πέταξε σα σίφουνας δυο χεριές απέ το νερό ώσπου εχάθη στη θάλασσα.»
Αποσπάσματα από το βιβλίο “Βγερού γλυκά φανού”

 

 

 

Η σπηλιά στο Λιθί


 

Το «Σπήλαιο Συκιάς στο Λιθί», όπου κρύβονταν Χιώτες κατά στη Σφαγή του 1822

“Κάνανε σινιάλα, μπας και τους δει κανένα πλεούμενο…”

image

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

«Στη σπηλιά ήτανε κι άλλος κόσμος στοιβαγμένος. Οι Σβώκηδες, οι Γλύφτηδες, σόγια Καρδαμυλίτικα, Χωραΐτες που δεν τους είχα ακουστά, ένα μωρουδάκι στα σπάργανα, κι άλλοι ακόμα, καμιά εικοσαριά όλοι μαζί, έρμοι και σκοτεινοί πια…. Όλοι καλοί νοικοκύρηδες, που έχασαν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους τους, και κρυβόντουσαν σαν τ’ αγρίμια μες στις σπηλιές και τα λαγκάδια. Τουφέκια, μαχαίρια δεν είχαμε, γιατί οι Τούρκοι τα ’χαν μαζέψει όλα. Μερικοί βαστούσαν βέργες, που είχαν μπηγμένο ένα πιρούνι επάνω, κι άλλοι βαστούσαν σούβλες. Ψωμί, νερό, σύκα ξερά, χαρούπια και κουκιά τρώγαμε….
Τα πρωινά κάποιοι πηγαίνανε μέχρι τ’ ακρογιάλι και κάνανε σινιάλα, μπας και τους δει κανένα πλεούμενο περαστικό και έρθει και μας σώσει. Αλλά είτε το μέρος ήταν δύσκολο και δεν μας έβλεπαν είτε οι καπεταναίοι φοβόντουσαν να πλησιάσουν, κανένας δεν ερχότανε. Απ’ τη λαχτάρα μας θωρούσαμε τους αφρούς των κυμάτων για καΐκια και χαιρόμασταν. Μια μέρα, μετά από καμιά εβδομάδα θα ’τανε, ακούσαμε φωνές έξω απ’ τη σπηλιά. Ανθρώποι απ’ το γαλλικό Κοσουλάτο ήτανε.
«Ο Κόσουλας σας μηνά πως όποιος πα’ να προσκυνήσει, θα του δώκουνε πίσω όλα του τα χωράφια κι όλο του το βιος.»

image

Το «Σπήλαιο Συκιάς στο Λιθί», όπου κρύβονταν Χιώτες κατά στη Σφαγή του 1822 Φωτογραφία: Από τη σελίδα στο fb: Σπήλαια Χίου – Chios island caves

«Ο Καρά Αλής δίνει άσυλο σε όποιονε προσκυνήσει!».
«Κρατάμε επιστολή του Μητροπολίτη και των Δημογερόντων!».
Κάποιοι ούριοι τούς πιστέψανε και θέλανε να πάρουνε το δρόμο για τη Χώρα. Βγήκε τότε μπροστά ο Στεφανής ο Σβώκης και λέει: «Ελωλαθήκατε;»
Όσοι γελάστηκαν και πήγαν, τους έσφαξαν όλους.» Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιώργου Χατζόπουλου «Βγερού γλυκά Φανού»