Συνέντευξη του Γ. Χατζόπουλου στην “press Publica”

Γιώργος Χατζόπουλος: «Ελπίδα του μέλλοντος, η μνήμη του παρελθόντος»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ  στην “Press Publica”

«Δεν ξέρω αν είναι Ρωμιά, Τουρκάλα ή Φράγκισσα, όμως είναι κείνη που άκουσε το σμίξιμο των σπαθιών με τη σάρκα και τις φωνές των μανάδων που βλέπανε τις κόρες τους να βιάζονται, που αντίκρισε βρέφη κομματιασμένα να κείτονται πεταμένα στα βράχια, που έζησε το γιουρούσι και το πελέκι. Είναι κείνη που είδε τη Μεγάλη Σφαγή. Κάτω από τα δάκρυά της μίσος δε θα βρείτε. Δεν ζητάει εκδίκηση κι ας είναι ασυγχώρητοι όσοι στο όνομα του Θεού ή του χρήματος, της απληστίας ή της έχθρας βρωμίζουν τη ζωή με τις πράξεις τους. Μνήμη ζητάει! Η Βγερού! Η Χιώτισσα που κατάφερε να επιζήσει από τη Σφαγή του 1822 κι από τη δουλεία στη Σμύρνη και να επιστρέψει στη Χίο, να κάνει παιδιά, εγγόνια και ν’ αφήσει κληρονομιά την ιστορία της. Μια ιστορία που, σχεδόν δύο αιώνες μετά, θα βρει αποδέκτη την Αγγελική, μια σύγχρονη Ελληνίδα, και θα τη βοηθήσει να συναρμολογήσει την κατακερματισμένη της ταυτότητα. Μία νουβέλα-μαρτυρία για την ανθρώπινη αγριότητα, μία νουβέλα-διαμαρτυρία ενάντια στη βία και στη σιωπή της ανοχής που την περιβάλλει, μία νουβέλα-καταβύθιση στον ψυχισμό της Ελληνίδας και στα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης»..

«Βγερού γλυκά φανού» , του Γιώργου Χατζόπουλου, εκδόσεις Αιώρα.

 O συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται στην εκπαίδευση. Σπούδασε Παιδαγωγικά Κοινωνιολογία και Συγκριτική Λογοτεχνία.

12716039_10207965703797081_8099134714240471617_o

-«Βγερού γλυκά φανού», το πρώτο σας βιβλίο; Μιλήστε μας γι αυτό….

Στο βιβλίο παρακολουθούμε μια σύγχρονη ελληνίδα γυναίκα, την Αγγελική, μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση της Βγερούς, που επέζησε της Σφαγής στη Χίο και της δουλείας στη Σμύρνη, να προσπαθεί να συναρμολογήσει την κατακερματισμένη ταυτότητα της. Δύο διαφορετικές γυναίκες, δύο αφηγήσεις, δύο διαφορετικές εποχές, συναντιούνται και κατά κάποιο τρόπο συνομιλούν. Η μία, η φωνή της Αγγελικής είναι μια κραυγή επιβίωσης και αυτογνωσίας. Η άλλη, μία μαρτυρία και ταυτόχρονα μία καταγγελία. Δέκτης των δύο λόγων συναρμολογούν μία κοινή μνήμη, μία ιστορία, μία ελπίδα για το μέλλον είναι η Ανθή, η κόρη της Αγγελικής.

-Πως καταπιαστήκατε με αυτό το θέμα; Έχετε καταγωγή από το νησί;

Πολλοί που διαβάζουν το βιβλίο μου κάνουν την ίδια ερώτηση και εκπλήσσονται όταν ακούν πως δεν είμαι Χιώτης. Είμαι Θεσσαλονικιός, ωστόσο θεωρώ την Χίο δεύτερη πατρίδα μου. Πρωτοπήγα στο νησί πριν 30 περίπου χρόνια, γιατί είχα την τύχη να γνωρίσω δύο συμφοιτητές από τη Χίο. Μέσω αυτών γνώρισα και έκανα πάρα πολλούς φίλους Χιώτες. Μία εξ αυτών η Στέλλα Τσιροπινά, πριν από τρία καλοκαίρια μου έδωσε να διαβάσω ένα καταπληκτικό βιβλίο, γραμμένο στις αρχές του 20ου αιώνα: «Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού λαού», του Στυλιανού Γ. Βίου. Ο Βίος έχει καταγράψει, 45 αφηγήσεις για τη σφαγή της Χίου και τη δουλεία που την ακολούθησε, 17 από αυτές από ανθρώπους που επέζησαν από τη Σφαγή και οι υπόλοιπες των παιδιών ή συγγενών τους που τις άκουσαν από τους πρωταγωνιστές. Η ανάγνωση του βιβλίου του Βίου με εντυπωσίασε για 3 λόγους: ο πρώτος ήταν το μέγεθος της αγριότητας και των θυμάτων, ο δεύτερος ότι οι άνθρωποι αυτοί που επέζησαν αφηγούνταν γεγονότα πολύ πολύ σκληρά, ωστόσο δεν έβρισκες καμία διάθεση μίσους ή εκδίκησης και ο τρίτος ήταν η τραχιά κοφτή, μεστή, σοφή γλώσσα, που σε συνδυασμό με την ντοπιολαλιά, σε καθήλωνε.

-Μια νουβέλα – μαρτυρία στην ανθρώπινη αγριότητα;

Ναι, η «Βγερού» είναι μία νουβέλα μαρτυρία στην ανθρώπινη αγριότητα. Όμως το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορείς να «μαρτυρήσεις» εσύ που δεν είσαι μάρτυρας; Πώς μπορείς να μαρτυρήσεις εσύ πού δεν ήσουν καν παρόν στην Σφαγή; Ερευνάς βιβλιογραφικά κι άλλες κι άλλες μαρτυρίες ανθρώπων που σώθηκαν, που πουλήθηκαν δούλοι και στην συνέχεια ελευθερώθηκαν, διαβάζεις απομνημονεύματα (για παράδειγμα του Βαχίτ που διέταξε την Σφαγή) ή ευρωπαίων ταξιδιωτών που επισκέφτηκαν τη Χίο λίγο μετά, βλέπεις πίνακες, χαλκογραφίες, μελετάς τις φορεσιές των ανθρώπων, ακούς τα τραγούδια τους, σκύβεις πάνω από το παρελθόν και σαν αρχαιολόγος προσπαθείς να ανασύρεις και να διαισθανθείς την εμπειρία αυτών των ανθρώπων που υπέστησαν της Σφαγή. Επισκέπτεσαι τα χωριά που κάηκαν (Ανάβατος), τις σπηλιές που κρύβονταν (Άγιο Γάλας), τις παραλίες που μαζικά σφαγιάστηκαν (Κάβο Μελανιός), όχι μόνο για ν’ ανακαλέσεις τη μνήμη της Σφαγής, αλλά για να μπεις στη θέση τους, να καταλάβεις τον πόνο, την απώλεια, την φρίκη, να καταλάβεις τι σημαίνει να είσαι μάρτυρας.

-Η σφαγή της Χίου ήταν ο ορισμός της Γενοκτονίας….

Αν ορίσουμε την γενοκτονία, σύμφωνα με τη διακήρυξη του ΟΗΕ ως την «εσκεμμένη προσπάθεια καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας με τον φόνο μελών της ομάδας…» και αν σκεφτούμε πως στα 1822 το νησί είχε 117 χιλιάδες πληθυσμό κι απ’ αυτούς 42.000 περίπου σφαγιάστηκαν, 50.000 περίπου πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως δούλοι, 23.000 χιλιάδες ξέφυγαν στην επαναστατημένη Ελλάδα και τη δυτική Ευρώπη  και μόλις 1.500 άνθρωποι γλύτωσαν και παρέμειναν στη Χίο κι όλα αυτά διαπράττονταν επί πέντε μήνες από τις 1 Απριλίου του 1822 έως τέλη Αυγούστου, τότε ναι μπορούμε να πούμε πως η σφαγή της Χίου είναι ο ορισμός της Γενοκτονίας. Το περίεργο όμως είναι ότι κανείς πλέον δεν μιλά για αυτήν. Αρκετοί από αυτούς που διαβάζουν το βιβλίο μου λένε πως είχαν ακούσει ή είχαν διαβάσει κάποια πράγματα για τη Σφαγή της Χίου, αλλά σχεδόν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε το πραγματικό μέγεθος της Σφαγής ούτε την αγριότητα της. 

-Η ευημερούσα χιώτικη κοινωνία ήταν αντίθετη στην εξέγερση….

Έτσι, ήταν. Και είναι πολύ λογικό αν σκεφτεί κανείς πως η Χίος ήταν ένας από τους πιο ευνοημένους τόπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και για αιώνες απολάμβανε ιδιαίτερη μεταχείριση. Ήταν ένας παράδεισος με βαθιές ρίζες στο παρελθόν του Βυζαντίου, των Ιταλών, των Γατελούζων.  Ήταν μια κοινωνία πλούσια, καλλιεργημένη, συντηρητική, φραγκόφωνη, ελληνόφωνη, τουρκόφωνη που δεν είχε κανένα λόγο να επαναστατήσει.

-Ο Μπουρνιάς με τον Λογοθέτη πήραν στο λαιμό τους Χιώτες;

Κατά κάποιο τρόπο αυτό είναι αλήθεια. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως μετά την Σφαγή στην Τριπολιτσά ο Σουλτάνος έψαχνε να βρει αφορμή για αντίποινα. Η Χίος ήταν ένας εύκολος στόχος και για αυτό τον λόγο επιλέχθηκε. Οι Χιώτες είχαν ήδη αφοπλιστεί, ακόμα και τα τραπεζομάχαιρα και τις σούβλες τους είχαν πάρει, και επίσης ήταν ένα νησί με πολύ πλούτο και ήταν σίγουρο πως θα προσέλκυε χιλιάδες άτακτους Τούρκους, Γιουρούκους, Ζεϊμπέκους, Αρνούτηδες που επιζητούσαν το πλιάτσικο.

-Χρησιμοποιείτε την τοπική διάλεκτο;

Το βιβλίο δεν είναι ολόκληρο γραμμένο σε τοπική διάλεκτο, ωστόσο υπάρχουν σκόρπιες λέξεις και φράσεις. Κάποιες από αυτές είναι λέξεις που συνάντησα στις αναγνώσεις μου, τις αγάπησα και τις χρησιμοποίησα, και κάποιες άλλες είναι λέξεις που μου «χάρισε», μια φίλη, η Στέλλα Τσιροπινά. Η Στέλλα, φιλόλογος με πολλές σπουδές και έρευνες στην παράδοση της Χίου βοήθησε στην συγγραφή του βιβλίου, όχι μόνο με την ντοπιολαλιά, αλλά και με τα «πραγματολογικά» στοιχεία του βιβλίου. Στο Επίμετρο του βιβλίου, μπορεί κανείς να διαβάσει μόνο την αφήγηση της Βγερούς σε καθαρή ντοπιολαλιά από τα Λιβάδια της Χίου, όπως η Στέλλα την έχει μεταφέρει.

Layout 1

-Θα ακολουθήσουν και άλλα ιστορικά;

Δεν θα έλεγα πως το βιβλίο είναι «ιστορικό», γενικότερα δεν μου αρέσει ο όρος «Ιστορία» που παραπέμπει σε μία λογιστική, συχνά ιδεολογικά και εθνικιστικά χρωματισμένη αποτίμηση του παρελθόντος που η Ιστοριογραφία επιχειρεί. Προτιμώ τον όρο «Παρελθόν», που αναγκαστικά στρέφει την προσοχή μας προς τις μαρτυρίες και την προφορική ιστορία, οι οποίες δημιουργούν μία «αίσθηση του παρελθόντος» (η έννοια ανήκει στον Θανάση Βαλτινό) και όχι απλά μία γνώση του παρελθόντος. Την «αίσθηση του παρελθόντος» αναζητά και προσπαθεί να μεταφέρει και στους αναγνώστες και η νουβέλα «Βγερού γλυκά φανού» και τ’ άλλα δύο θεατρικά που έχω γράψει (το ένα, το «Μοργκεντάου», αναφέρεται στην ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, το άλλο, «Πόσο καλό είναι το φως», στην Κατοχή και στον Εμφύλιο), αλλά και το καινούργιο βιβλίο που γράφω τώρα. Και στα τέσσερα έργα όμως, το παρελθόν συνδιαλέγεται με το παρόν. Ένας διάλογος που θεωρώ πολύ σημαντικό και καίριας σημασίας προκειμένου να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και την επικαιρότητα, ώστε να επαναπροσδιορίσουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε και σαν άνθρωποι και σαν κοινωνία.

-Επίκαιρο το βιβλίο γιατί στηλιτεύει την σιωπή της ανοχής που μας περιβάλλει;

Η Σφαγή της Χίου είναι μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες και δεν πρέπει να μένει θαμμένη στο χώμα, όπως γενικότερα δεν πρέπει να μένει θαμμένη καμία ανθρώπινη τραγωδία είτε είναι εθνική είτε όχι. Πιστεύω πως μέσα από την λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα, αναδεικνύοντας τις συνθήκες που τις γέννησαν, αναπαριστώντας την εμπειρία των ανθρώπων που τις υπέστησαν, βοηθάμε τους ανθρώπους του δυτικού κόσμου να συνειδητοποιήσουν την τραγικότητα των σύγχρονων «σφαγών» που συμβαίνουν μακριά μας ή γύρω μας, και που η τηλεόραση έχει την δυνατότητα είτε τις φιλτράρει είτε τις μεταφέρει ως εικόνες  τηλεοπτικού σόου κερδίζοντας την ανοχή μας.

– Με αφορμή το προσφυγικό, η  συλλογική μας μνήμη ναυαγεί …..στα νερά του Αιγαίου;

Θα έλεγα το αντίθετο. Με αφορμή το προσφυγικό η συλλογική μας μνήμη ξαναβγαίνει ξανά στον αφρό είτε για να ερμηνεύσει τη στάση μας στο προσφυγικό είτε για να την ανατροφοδοτήσει. Καθημερινά παρακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλούς ανθρώπους, κυρίως νεώτερους, με αφορμή όλα όσα συμβαίνουν στην Συρία και στο Αιγαίο ν’ αναζητούν φωτογραφίες, αφηγήσεις για την προσφυγιά των δικών τους προγόνων του 1922, όπως και καθημερινά ακούω από φίλους μου στη Χίο που συμμετέχουν στις εθελοντικές οργανώσεις, είτε μαγειρεύοντας είτε προσφέροντας άλλες υπηρεσίες, προκειμένου  να δικαιολογήσουν τη στάση τους να αναφέρονται στους δικούς τους προγόνους που ήρθαν από απέναντι και αντιμετώπισαν τις ίδιες δυσκολίες. Όσο ο αγώνας για αξιοπρέπεια συνεχίζεται, τόσο η μνήμη του παρελθόντος είναι η ελπίδα του μέλλοντος.