Το άγγιγμα της Ελευθερίας

      του Γιώργου Χατζόπουλου

Stunning-Examples-of-black-and-white-Portrait-Photography-39-575x575

Έφτασα μόνος το Σιδηροδρομικό Σταθμό με ταξί γύρω στις εννιάμιση το βράδυ. Μόλις την τελευταία στιγμή είχα αποφασίσει να παρακολουθήσω ένα συνέδριο στην Αθήνα, περισσότερο για να το σκάσω για λίγο από τις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις παρά για τις ανάγκες της διδασκαλικής μου καριέρας όπως προφασίστηκα, και επειδή εκείνο το καιρό με έχει πιάσει μια φοβία με τ’ αεροπλάνα και ταυτόχρονα είχε κλείσει και η εθνική απ’ τα τρακτέρ των οργισμένων αγροτών αναγκαστικά έπρεπε να ταξιδέψω με τρένο.

Μπήκα στη μεγάλη αίθουσα αναμονής, έβγαλα εισιτήριο – ευγενικοί υπάλληλοι και ηλεκτρονικό δίκτυο εξυπηρέτησης με ξένισαν και πάλι – και πριν ανέβω στις αποβάθρες των τρένων κατευθύνθηκα από περιέργεια προς το καφέ–εστιατόριο του Σταθμού, εκεί που παλαιότερα ωσότου ν’ ακούσω την αναγγελία της σχεδόν πάντα καθυστερημένης αναχώρησης του νυχτερινού τρένου για Αθήνα σκότωνα την ώρα μου χαζεύοντας τους θαμώνες αυτού του ιδιαίτερου χώρου. Κάτι φαντάροι με βλέμμα ανήσυχο, μερικά γερόντια ξεχασμένα απ’ το Θεό, πέντε έξι μεθυσμένοι αγρότες και δυο ατημέλητες πόρνες, συγκροτούσαν και τώρα όπως και τότε μαζί με τους αλβανούς, που αντικατέστησαν τους ρωσσοπόντιους, ένα αναλλοίωτο, όπως φαίνεται στο χρόνο και στο χώρο, ανθρώπινο ψηφιδωτό – αυτό της νυχτερινής κοινωνίας των σιδηροδρομικών σταθμών όλων των μεγαλουπόλεων. Στάθηκα για λίγο να τους κοιτώ. Θυμάμαι πως μου φάνηκαν περισσότερο ως φολκλόρ στοιχείο της πόλης κατάλληλο για κάποια κινηματογραφική ταινία ή μυθιστόρημα παρά ως πραγματικοί άνθρωποι.

Ανέβηκα στις γραμμές. Το τρένο δεν είχε έρθει ακόμη. Απ’ τη βορινή, σκοτεινή πλευρά του σταθμού φυσούσε ένα ελαφρό, παγωμένο αεράκι. Λίγα λεπτά αργότερα φάνηκε. Ερχόταν αργά, νωχελικά με την όπισθεν. Μια σειρά από εικόνες του παρελθόντος δεμένες μ’ έναν παράξενο ιστό – αυτόν του τρένου ως μέσου περιπέτειας εκτός από μεταφοράς – ήρθαν στο μυαλό μου, θυμίζοντας μου μια εποχή που είχα σχεδόν ξεχάσει. Την εποχή των ταξιδιών, των Inter-ail, την εποχή που είσαι είκοσι, εικοσιπέντε χρονών και είσαι ακόμα, πώς να το πω, ανοιχτός, ναι, ανοικτός σε κάθε ενδεχόμενο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο κλειστός ήμουν. Ήμουν τριάντα οχτώ χρονών και είχα κατεβάσει τα ρολά για τα καλά. Τα παράθυρα ήταν κλειστά. Δίχως να το έχω συνειδητοποιήσει θεωρούσα τον εαυτό μου πλέον ειλημμένη απόφαση (σύζυγος, γονιός, δάσκαλος και υποψήφιος διδάκτωρ, παρακαλώ). Είχα γίνει… Κι όμως δεν μπορεί, ο άνθρωπος πάντα γίνεται. Ποτέ δεν είναι.

 

Στο κουπέ είχαμε ήδη πάρει τις θέσεις μας. Εγώ δίπλα στο παράθυρο, μετά από εμένα ένας πενηντάρης κύριος, μου θύμιζε Λαρισαίο επιχειρηματία, δίπλα του ένας νεαρός, μάλλον φοιτητής, και απέναντι του μια καθολική καλόγρια, γύρω στα εξήντα. Για δέκα λεπτά δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, ούτε καν βλέμμα. Εγώ περιεργαζόμουν κάτι χαρτιά με σημειώσεις, ο επιχειρηματίας το κινητό του, ο φοιτητής διάβαζε μια αθλητική εφημερίδα και η Μοναχή στεκόταν ακίνητη με τα μάτια κλειστά, λες και προσπαθούσε πριν ακόμα αρχίσει το ταξίδι να κοιμηθεί ή να μας δώσει να καταλάβουμε πως είχε την πρόθεση να κοιμηθεί.

 

Το τρένο είχε σχεδόν ξεκινήσει, όταν άνοιξε η πόρτα του κουπέ και μπήκε μέσα φορτσάτη μια κοπέλα.. Δεν ξέρω γιατί αλλά η είσοδος της στο κουπέ ξύπνησε μέσα μου ένα συναίσθημα, όμοιο μ’ αυτό που κάθε χρόνο, μήνα Μάρτη συνήθως, ένιωθα, όταν οι θερμές ακτίνες του ήλιου και οι δροσερές ανάσες της χλωροφύλλης μπλέκονταν με τα τιτιβίσματα των πουλιών και τις φωνές των παιδιών και κατέκλυζαν τις αισθήσεις μου. Ίσως να έφταιγε η φρεσκάδα της ηλικίας της, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονώ, ίσως η ομορφιά της που με θάμπωσε όταν την πρωτοαντίκρυσα στην πόρτα, ίσως οι με χάρη κινήσεις που επιστράτευσε για να τακτοποιήσει τις αποσκευές της, ίσως εκείνο το αναπάντεχο: «γεια σας, είμαι η Ελευθερία», που απηύθυνε προς όλους μας κοιτώντας μας ίσια στα μάτια, όταν πλέον κάθισε στη θέση της ακριβώς απέναντι μου.

Καμιά απάντηση. Μόνο συγκαταβατικά χαμόγελα και μορφασμοί. Ψέλλισα ένα «γεια σου» κι εγώ κι έστρεψα γρήγορα το βλέμμα μου πάλι στα χαρτιά προσποιούμενος πως διαβάζω. Για αρκετή ώρα, αν και τρωγόμουν να την κοιτάξω, το απέφευγα. Ήταν μια αρχή που ακολουθούσα πιστά απέναντι σε πολύ όμορφες γυναίκες. Πίστευα πως όλες τους κατά βάθος είναι άτομα φιλάρεσκα που τρέφονται με το βλέμμα των άλλων. Αν τους το στερούσε κάποιος τρελαίνονταν και η τρέλα τους έτρεφε την δική μου φιλαρέσκεια  – ένα παιχνίδι, δηλαδή.

Πιστός στις αρχές του παιχνιδιού, λοιπόν, στεκόμουν σκυφτός πάνω από τις σημειώσεις μου και την παρακολουθούσα είτε με την άκρη των ματιών μου είτε από την αντανάκλαση της στο τζάμι του παραθύρου, όταν δήθεν αδιάφορα κοιτούσα προς τα έξω. Αντάλλαξε δυο κουβέντες με το νεαρό φοιτητή, αν θυμάμαι καλά: «πού πας», «τι ώρα φτάνουμε», κοίταξε προσεκτικά τη μοναχή που συνέχιζε να έχει τα μάτια της κλειστά, χάζεψε τα κίτρινα φώτα της βιομηχανικής ζώνης της πόλης που αφήναμε πίσω μας, έριξε δυο τρεις φορές το βλέμμα της και σ’ εμένα και στο τέλος έβγαλε κι αυτή ένα περιοδικό απ’ την τσάντα της και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Τώρα, πλέον, μπορούσα να την κοιτάξω προσεκτικά.

Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη… Μη βάζετε στο νου σας μια ομορφιά αγγελική και απρόσιτη σαν και αυτή των κατάξανθων αγγλοσαξονικών κορίτσια με τα γαλαζοπράσινα μάτια που κοσμούν τα εξώφυλλα των περιοδικών. Ούτε μια ομορφιά εξωτική σαν κι αυτή της ασιάτισσας γυναίκας των ονείρων μας που όλο κάτι συμβαίνει και τη χάνουμε, που η ουσία της είναι η ηδονή, η περιπλάνηση, η φυγή, το πρόσκαιρο. Φανταστείτε μια ομορφιά που βρίσκεται κάπου ανάμεσα, κάπου μεταξύ ουρανού και γης, μια ομορφιά μεσογειακή ή καλύτερα αρχαιοελληνική. Τα γήινα χρώματα (το σκούρο καστανό των ματιών και των μαλλιών της, το μελαψό του δέρματος της και το κατακόκκινο, σχεδόν κεραμιδί, των χειλιών της), έδεναν αρμονικά με τις θεϊκές, γραμμές του προσώπου της (άλλες απ’ αυτές αυστηρές και επιβλητικές όπως οι δυο ευθείες γραμμές του μετώπου και της μύτης της που ενώνονταν σε μια τέλεια αμβλεία γωνία, άλλες χαρούμενες και ήπιες όπως οι καμπύλες των ζυγωματικών και των φρυδιών της ή οι κυματοειδείς των χειλιών της) για να εκπέμψουν ένα φως. Ένα φως που γεννιέται όταν η χαρά συνυπάρχει με τη λύπη, η σεμνότητα με την προστυχιά, η απλότητα με την αρχοντιά, το κορίτσι με τη γυναίκα, ο άνθρωπος με τον Θεό.

Η Ελευθερία που και που σταματούσε το ξεφύλλισμα. Στεκόταν για λίγο σε κάποια σελίδα και όση ώρα διάβαζε κουνούσε τα χείλη της. Αν και διάβαζε από μέσα της κουνούσε τα χείλη της! Μου φάνηκε αστείο. Σκέφτηκα πως το διάβασμα δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη της. Όταν σάλιωσε και το δάκτυλο της για να γυρίσει σελίδα, μια συνήθεια που την είχε και η μάνα μου, χαμογέλασα. Λες και κατάλαβε το γέλιο μου έκλεισε απότομα το βιβλίο, βγήκε από το κουπέ, στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και άναψε τσιγάρο. Κοίταζε προς τα έξω, το μαύρο σκοτεινό τοπίο, και κάπνιζε αφηρημένα, όταν, ξάφνου  γύρισε προς τη μεριά μου και με κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. Για μερικά δευτερόλεπτα τα έχασα. Αμηχανία. Μέχρι να προλάβω να σκεφτώ τι σήμαινε το βλέμμα της μου χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο. Της το ανταπέδωσα και αμέσως μετά αναστατωμένος κατέβασα τα μάτια μου και πάλι στις σημειώσεις μου.

Εκείνο το βράδυ θα είχα μείνει έτσι, να στριφογυρνώ για λίγες ακόμη ώρες, όσο κρατούσε το ταξίδι, γύρω από την εξιδανικευμένη ομορφιά της Ελευθερίας και μετά – αφού για μερικές μέρες ακόμα θα την θυμόμουν περισσότερο για να μακαρίσω τον εαυτό μου, για το πόσο τυχερός ήμουν που συνάντησα μια τέτοια ομορφιά αλλά και που κέρδισα το ενδιαφέρον της – στο τέλος θα την καταχωρούσα στις ευχάριστες αναμνήσεις αυτής της ζωής, αν ένα τυχαίο συμβάν δεν ανέτρεπε όλη αυτή τη συνηθισμένη και προκαθορισμένη ιεροτελεστία.

Τι είχε συμβεί; Ο επιχειρηματίας είχε όντως κατέβει στην Λάρισα και η Ελευθερία, δέκα λεπτά περίπου αργότερα, έσκυψε προς το μέρος μου και αφού μου εξήγησε πως ζαλιζόταν όταν καθόταν αντίθετα στη φορά του τρένου και πως όταν ζήτησε από την υπάλληλο του Ο.Σ.Ε να της δώσει τη σωστή θέση αυτή της απάντησε πως αυτό ήταν θέμα τύχης, μου ζήτησε να μεταφερθεί, αν δεν μ’ ενοχλούσε, στην αδειανή θέση δίπλα μου. «Ναι, βέβαια», απάντησα ευγενικά και απογοητευμένος γιατί θα έχανα τη θέα της μικρής θεάς μάζεψα τα χαρτιά μου από το διπλανό κάθισμα.

Συνέχισα να κοιτώ τις σημειώσεις μου αφηρημένα όταν αναπάντεχα λίγο μετά η με ξαναρώτησε τι διαβάζω. Εξέλαβα την ερώτηση της ως απόδειξη ενδιαφέροντος ή καλύτερα κάποιας έλξης που είχα υποπτευθεί πως υπήρχε ανάμεσα μας. Σ’ αυτήν την εκτίμηση με είχε σπρώξει και το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του χαμόγελου και της μετακίνησης της στη διπλανή θέση, την είχα δει αρκετές φορές μέσω της αντανάκλασης της στο παράθυρο του κουπέ να με περιεργάζεται κρυφά. Πήρα θάρρος, λοιπόν, και με τη φλυαρία που χαρακτηρίζει έναν ερωτευμένο που στο πρώτο ραντεβού θέλει να εντυπωσιάσει το αντικείμενο του πόθου του, εκτός από την αναμενόμενη απάντηση, «οι σημειώσεις μου έχουν να κάνουν με τη διδασκαλία της γλώσσας στο Δημοτικό», της έδωσα και μια σειρά από άλλες πληροφορίες, όπως ότι πηγαίνω σ’ ένα συνέδριο στην Αθήνα, ότι είμαι δάσκαλος, πως εδώ και ένα χρόνο κάνω ένα διδακτορικό μ’ αυτό το θέμα…

Όταν από τα «α, ναι», το συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού της και τις δύο απόπειρες ν’ ανοίξει και πάλι το περιοδικό συνειδητοποίησα ότι είχα παρασυρθεί και φλυαρούσα για τον εαυτό μου χωρίς η ίδια να μου το έχει ζητήσει ή έστω να δείχνει ότι ενδιαφέρεται, σιώπησα. Δεν είπε τίποτα, ούτε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ούτε κάτι για τον εαυτό της. Με ύφος ανθρώπου που έχει ζεματιστεί από την ίδια του την αυτοκριτική σκέφτηκα να διορθώσω κάπως τα πράγματα και ρώτησα: «Εσείς;» «Εμείς…, πάμε Αθήνα, μόνο για βόλτα», μου είπε με μεγάλες παύσεις μετά τα μακρόσυρτα «εμείς» και «μόνο» και άφησε να διαγραφεί στο πρόσωπό της ένα χαμόγελο που δεν είχε καμία σχέση με το πρώτο που μου είχε χαρίσει λίγες ώρες πριν. Αυτά. Τίποτα άλλο. Δευτερόλεπτα μετά άνοιξε το περιοδικό της και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Λίγο μετά έσβησε και το ατομικό φωτάκι πάνω από το κάθισμα της και κλείνοντας τα μάτια της έγειρε το κεφάλι της προς την άλλη μεριά.

Ένιωθα ηλίθιος. Εγώ είχα δείξει τον ενθουσιασμό μου που τόση ώρα επιμελώς έκρυβα, είχα κάνει ένα βήμα μπροστά και αυτή μαζεύτηκε, οπισθοχώρησε αφήνοντας με στα κρύα του λουτρού ή καλύτερα του κουπέ. Έσβησα και εγώ το φωτάκι πάνω από την θέση μου και εντός του κουπέ επικράτησε πλέον άκρα σιγή και ακινησία. Μόνον ο ρυθμικός ήχος του τρένου στις ράγες ακουγότανε και ένα μικρό αχνό φως πάνω από την πόρτα τρεμόσβηνε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Για ώρα στεκόμουν εκεί κοιτάζοντας το νυχτερινό τοπίο της υπαίθρου. Τώρα πλέον στην έμφυτη εχθρότητα που είχα γενικότερα προς τον ύπνο είχαν προστεθεί και οι σκέψεις για όσα είχαν προηγηθεί και ακολουθήσει του σύντομου διαλόγου που είχα με την Ελευθερία. Αναρωτιόμουν: τι με είχε πιάσει και είχα παραβεί κανόνες που εδώ και τόσο χρόνια ακολουθούσα, όπως «μην κάνεις ποτέ το πρώτο βήμα», «μην δείχνεις ποτέ το ενδιαφέρον σου», τι σήμαιναν τα λόγια της, με περιέπαιζε ή με ειρωνευόταν, τι σήμαινε το γύρισμα της πλάτης της, ήταν επιτηδευμένο ή όντως είχε νυστάξει…

 

Έξω, λοιπόν, η νύχτα παρέμενε ασέληνος και αστροφεγγής, εντός του κουπέ επικρατούσε άκρα σιγή και ακινησία και μέσα μου, αν και είχαν περάσει τουλάχιστον δύο ώρες από το περιστατικό που ήδη σας αφηγήθηκα, ένιωθα μια ταραχή. Δεν ήταν επειδή είχα χάσει μια μάχη από τον πόλεμο, αλλά από το γεγονός πως το μυαλό μου, μ’ αφορμή τα όσα είχαν προηγηθεί, είχε κατακλυσθεί με αναμνήσεις και σκέψεις. Νεανικά σκιρτήματα, παλιοί έρωτες, αγαπημένα πρόσωπα, εικόνες, λόγια παρέλαυναν μέσα μου το ένα πίσω από το άλλο κρατώντας με άυπνο και ανήσυχο, μέχρι τη στιγμή που συνέβη κάτι αναπάντεχο.

Η Ελευθερία μέσα στον ύπνο της άλλαξε μεριά, γύρισε προς το μέρος μου και αντί ν’ ακουμπήσει στην πλάγια πλαστική προεξοχή του καθίσματος της, έγειρε λίγο πιο κάτω και απαλά απαλά ακούμπησε το μέτωπο της ακριβώς πάνω στην δεξιά μου ωμοπλάτη. Σαστισμένος, μη ξέροντας τι να κάνω έσκυψα το κεφάλι μου προς τα κάτω για να δω αν κοιμόταν. Μέσα στο ημίφως διέκρινα τα μάτια της κλειστά και τα χείλη της ελαφρά σουφρωμένα, όπως ακριβώς τα έχει κάποιος που κοιμάται βαθιά. Για μερικά λεπτά της ώρας μείναμε έτσι. Αυτή ήρεμη και γαλήνια να κοιμάται ακουμπισμένη στο πλευρό μου και εγώ ακίνητος, σχεδόν κοκαλωμένος, ίσα που ανέπνεα, φοβούμενος μήπως κάποια μου κίνηση την ξυπνήσει, να μην ξέρω τι μου γίνεται, να μην ξέρω τι να κάνω.

Λίγο αργότερα, όταν η καρδιά μου έπαψε να κτυπάει σε τρελούς ρυθμούς και το σώμα μου ηρέμησε απ’ αυτή την αναπάντεχη επαφή, το άγγιγμα της Ελευθερίας άρχισε να γεννά μέσα μου μια ευφορία, μια απίστευτη ευφορία. Η αφή του προσώπου της στην ωμοπλάτη μου, των μαλλιών της στο μπράτσο μου, της ανάσας της στο δέρμα μου, η μυρωδιά του σώματος της στα ρουθούνια μου, είχαν μεθύσει τις αισθήσεις μου. Σταγόνα σταγόνα κάτι από τη βαθύτερη ουσία αυτού του κοριτσιού, που κατά ένα περίεργο τρόπο μου φαινόταν οικεία, γνώριμη, φιλική, στάλαζε μέσα μου και ξυπνούσε βουνά της ψυχής μου. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τι γινόταν; Ένιωθα ένα συναίσθημα που αισθανόμουνα πάντα από μικρό παιδί, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόμουν ξανά σε δάσος ή βουνό. Το συναίσθημα εκείνο οφείλονταν βέβαια στον τρόπο που είχα περάσει τα παιδικά μου χρόνια, αλλά τούτο εδώ μ’ αυτό το κορίτσι; Τι ήταν; Πως γινόταν το άγγιγμα της να με κάνει να νιώθω πως εκείνη τη στιγμή βρισκόμουν δίπλα στον χαμένο ιδιωτικό μου παράδεισο; Πως γινόταν να έχω την αίσθηση πως δίπλα της εκείνη τη στιγμή στ’ αλήθεια υπήρχα;

Αργά μέσα στην νύχτα και ενώ η Ελευθερία συνέχιζε να κοιμάται στο πλευρό μου μέσα από το αχνό φως της λάμπας του κουπέ που συνέχιζε να τρεμοσβήνει μου φάνηκε πως στιγμιαία είδα τα μάτια της καλόγριας απέναντι μου ορθάνοιχτα να με κοιτούν και το μουστάκι πάνω από τα χείλη της να μειδιάζει. Ταράχτηκα. Ίσως και να κοκκίνισα. Σκέφτηκα να πάρω τον ώμο μου και να αναγκάσω την Ελευθερία να μετακινηθεί. Δεν το έκανα. Δεν ήθελα με τίποτα να χάσω το συναίσθημα που είχε κατακλείσει την ψυχή μου. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα στο άγγιγμα της Ελευθερίας ώσπου ένας ύπνος γλυκός ήρθε και τύλιξε και εμένα…

 

«Κύριε, φτάσαμε». Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον νεαρό φοιτητή φορτωμένο με τις βαλίτσες του να στέκεται όρθιος μπροστά μου. Ψέλλισα ένα «ευχαριστώ» και κοίταξα αμέσως γύρω μου για την Ελευθερία. Δεν ήταν εκεί. Μάζεψα βιαστικά τα πράγματά μου, βγήκα στον διάδρομο και την αναζήτησα ανάμεσα σ’ αυτούς που περιμένανε τη σειρά τους για να κατέβουν από το βαγόνι. Ούτε και εδώ ήταν. Κοίταξα από το παράθυρο. Αρκετός κόσμος ήδη είχε κατέβει και κατευθύνονταν προς τη στάση των ταξί. «Σας παρακαλώ μπορώ να περάσω γιατί βιάζομαι», είπα και άρχισα να σπρώχνω τους μπροστινούς. Σπρώξε σπρώξε βρέθηκα στην πόρτα και την ώρα που έκανα να κατέβω τα σκαλιά την είδα ένα δύο μέτρα μπροστά από το βαγόνι χωμένη στην αγκαλιά ενός νεαρού. Έμεινα αποσβολωμένος. «Κύριε, τι θα γίνει θα προχωρήσετε;» άκουσα μια φωνή μου. Κατέβηκα τις σκάλες απογοητευμένος. Την ώρα όμως που περνούσα ακριβώς πίσω από τον νεαρό που έπνιγε την Ελευθερία στα φιλιά την είδα να σηκώνει το κεφάλι της και να μου χαμογελάει όπως ακριβώς και την πρώτη φορά που μου χαμογέλασε στο τρένο. Σαστισμένος γύρισα το βλέμμα αλλού και συνέχισα να περπατάω. Τρία τέσσερα βήματα μετά ξανακοίταξα πίσω μου και την είδα (με νόημα; πονηρά; ειρωνικά;) να μου κλείνει το μάτι.